ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ 7.2.2010
«Όταν μέλλης έρχεθαι, κρίσιν δικαίαν ποιήσαι, Κριτά δικαιότατε».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος στην σημερινή ευαγγελική περικοπή μᾶς καταγράφει τους αδιάψευστους λόγους του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, οι οποίοι αναφέρονται στην Δευτέρα Του παρουσία, «και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης, κρίναι ζώντας και νεκρούς».
Τότε, ο Δίκαιος Κριτής θα καθίσει επί θρόνου δόξης, και όλοι οι άγιοι άγγελοι γύρω Του, και τότε, προ του φοβερού βήματος θα καλέσει ζώντας και νεκρούς, και τότε «βίβλοι ανοιγήσονται και φανερωθήσονται πράξεις ανθρώπων».
Ο Δίκαιος Κριτής, εν δικαιοσύνη και ευθύτητι, θα ανταμείψει τους δικαίους και εναρέτους και αγαθούς, οι οποίοι γενναία αγωνίστηκαν στο στάδιο των αρετών στην παρούσα ζωή τους και εξήλθαν νικητές, και θα τιμωρήσει τους αδίκους και ασπλάγχνους, τους χωρίς αγάπη και ευσπλαχνία, οι οποίοι θυσίασαν το εγώ τους υπεράνω από κάθε τι όσιο και ιερό.
«Αφοριεί αυτούς απ΄αλλήλων, ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων».
Ο άνθρωπος πλάστηκε από το Άγιο Θεό «κατ΄εικόνα και ομοίωση Αυτού», να ζει στην αφθαρσία· δυστυχώς, όμως, η παρακοή γέννησε τον θάνατο, ο οποίος θάνατος, βεβαίως, δεν είναι εκμηδένιση του ανθρώπου, αλλά γέφυρα προς μετάβασή του στην αιώνια ζωή και μακαριότητα.
«Είπεν ο Κύριος προς τους εληλυθότας προς αυτόν Ιουδαίους· αμήν, αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ούκ έρχεται αλλά μεταβέκηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν».
Η διδασκαλία αυτή της μελλούσης κρίσης, η οποία αποτελεί αναγκαίο άρθρο της πίστης μας και άνευ του οποίου καταρρέει η χριστιανική θρησκεία, είναι έμφυτος στον άνθρωπο, ο οποίος από την ημέρα και την ώρα που ήλθε στον κόσμο αυτόν έχει την γνώση και την πεποίθηση ότι μία ημέρα θα κριθεί δια τα έργα και τις πράξεις του.
Οι σοφοί Αθηναίοι γνώριζαν την μετά θάνατο ύπαρξη και μάλιστα πίστευαν σε μέλλουσα κρίση και ανταπόδοση, προτού ο ουρανοβάμων Απόστολος Παύλος αποκαλύψει στους Αθηναίους, τον Μέγα και Δίκαιο Κριτή, τον Κύριο της Δόξης Χριστό και την θεόπεμπτο διδασκαλία του.
Ο Απόστολος των Εθνών, ο Απόστολος Παύλος, κήρυττε εν δυνάμει ενώπιον των σοφών της αιωνίας πόλεως των Αθηνών την πάσα αλήθεια περί της ανάστασης των νεκρών και της μελλούσης κρίσεως: «έστησεν ημέραν εν ή μέλλει κρίνειν την οικουμένην εν δικαιοσύνη».
Ο των Εθνών κήρυκας και των Αθηναίων Διδάσκαλος, ο Απότολος Παύλος, δεν δίδασκε στους σοφούς των Αθηναίων πράγματα ακατάληπτα και ανερμήνευτα, αλλά ανάσταση νεκρών, κρίση και ανταπόδωση δικαία από τον άρχηγό της ζωής και του θανάτου.
Πίστη, λοιπόν, ακράδαντος είναι ότι θα έλθει ο Κύριος κρίναι ζώντας και νεκρούς· αυτό διδάσκεται και αυτό είναι συνυφασμένο με το όλο χριστιανικό δόγμα, όπως ακριβώς το κατέγραψαν οι Θεοφόροι Πατέρες στο Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως: «και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς».
Αν δεν γίνει η μέλλουσα κρίσις και ανταπόδοσις, τότε μάταια είναι η πίστη των χριστιανών, τότε μάταια ο Κύριος έγινε άνθρωπος εκουσίως δια να άρει στους ώμους Του τα των ανθρώπων πταίσματα.
Τότε, μάταια έπαθε, ο απαθής την θεότητα, επάνω στον τετραμερή Σταυρό, ο των όλων Δεσπότης και Κύριος, υπέρ της του κόσμου ζωής σωτηρίας.
Τότε, μάταια οι απόστολοι κήρυξαν, οι Πατέρες δίδαξαν, οι Μάρτυρες ομολόγησαν «Θεόν φανερωθέντα έν σαρκί τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου και παρέχονα ημίν το μέγα έλεος».
Ο των όλων Κύριος θα έλθει δια να αποδώσει σε έναν έκαστον εξ’ ημών κατά τα έργα και τις πράξεις μας. Θα έλθει δια να θριαμβεύσει η δικαιοσύνη, η αλήθεια, και να κυριαρχήσει η αρμονία της ηθικής και της ευδαιμονίας.
Πότε όμως θα έλθει και πότε θα γίνει η καθολική αυτή κρίση, της οποίας θα προηγηθεί η ανακαίνιση δια του πυρός του υλικού κόσμου και η ανάσταση των νεκρών, ουδείς των ανθρώπων γνωρίζει.
Πότε θα έλθει ο Υιός του Θεού και οι άγιοι άγγελοι μετ΄ αυτού, του οποίου θα προπορεύεται ο Τίμιος Σταυρός, ως νικηφόρο λάβαρο, και θα καθίσει επί θρόνου δόξης, και τότε «συναχθήσονται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη», είναι άγνωστο τοις ανθρώποις.
Πότε ο μέγας και λευκός θρόνος θα στηθεί μεταξύ ουρανού και γής, όπου θα καθίσει ο αδέκαστος Κριτής δια να αποδώσει την εκπορευομένη εξ’ Αυτού αψευδεστάτη και αδωροδόκητο ετυμηγορία, «και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού τα δε ερίφια εξ’ ευωνύμων», είναι άγνωστη, η του Κυρίου δευτέρα παρουσία, στον ατελή στην πίστη άνθρωπο.
Ο χρόνος της Δευτέρας του Κυρίου Παρουσίας είναι άγνωστος σε εμάς τους ατελείς ανθρώπους, όπως ακριβώς άγνωστος είναι και ο χρόνος του θανάτου μας. Ένα όμως είναι βέβαιο ότι, κατά «την μεγάλην εκείνην ημέραν και επιφανή» πάντες οι άνθρωποι, παντός τόπου και χρόνου, θα προχωρήσουμε ως ορμητικό ποτάμι προς τον θρόνο του Εσφαγμένου Αρνίου της Αποκαλύψεως.
Και τότε, «βίβλοι ανοιγήσονται, φανερωθήσονται πράξεις ανθρώπων έμπροσθεν του αστέκτου βήματος».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Δυστυχώς, ο άνθρωπος της σημερινής εποχής νομίζοντας ότι εδώ είναι η ζωή και ο θάνατος και ότι δεν υπάρχει πέρα του τάφου ζωή, ζει και κινείται μακριά από την πηγή της σωτηρίας του, μακριά από την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, με αποτέλεσμα να έχει χαλαρή την πίστη του στην μέλλουσα κρίση.
Πολλοί των χριστιανών παρασύρονται από τα ρεύματα του κόσμου του αιώνος τούτου και περιπίπτουν, άσοφοι ως σοφοί, στην αμαρτία και μάλιστα στην απιστία, λέγοντες: «εδώ ο θάνατος, εδώ και η ζωή»· δι΄ αυτούς τα πάντα είναι «τί φάγωμεν, τί πίωμεν, τί περιβαλλόμεθα» και δεν θέλουν να κατανοήσουν ότι, μετά θάνατον «κρίσις εστίν», και ότι, «όταν μέλλης έρχεσθαι, κρίσιν δικαίαν ποιήσαι, κριτά δικαιότατε, επί θρόνου δόξης σου καθεζόμενος...».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Οφείλουμε, όσο έχουμε χρόνο στην παρούσα ζωή, να πράξουμε καρπούς αξίους της μετανοίας, να εργαστούμε δια την ψυχή μας, να την καθαρίσουμε από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, και με δάκρυα μετανοίας και εξομολογήσεως να ζήσουμε ζωή πνευματική εδώ στην γή.
Οι λόγοι του Κυρίου Σωτήρος Χριστού που ακούσαμε στην σημερινή ευαγγελική περικοπή: «επείνασα και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ με, ξένος ήμην και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με», ας γίνουν δι εμάς βίωμα στην ζωή μας, δια να έχουμε την ελπίδα ότι θα τύχουμε της εκ δεξιών του Κυρίου παραστάσεως.
Όταν «έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού», να ακούσουμε της ευαγγελικής φωνής: «δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου». ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ 31.1.2010
«ΟΤΙ ΟΥΤΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΜΟΥ ΝΕΚΡΟΣ ΗΝ ΚΑΙ ΑΝΕΖΗΣΕ ΚΑΙ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΗΝ ΚΑΙ ΕΥΡΕΘΗ»
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ωραία και άκρως συγκινητική η σημερινή ευαγγελική περικοπή του Ασώτου υιού. Με την συγκινητική αυτή παραβολή ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού έρχεται να μας διδάξει ότι τα πάθη φέρνουν τον άνθρωπο μακριά από την θερμουργό αγκαλιά του Θεού Πατέρα.
Ο Θεός Πατέρας έπλασε τον άνθρωπο κατ΄ εικόνα αυτού και ομοίωση και τον έθεσε κυρίαρχο του Παραδείσου της τρυφής· δυστυχώς όμως ο άνθρωπος, «φθόνω διαβόλου απατηθείς της βρώσεως μετέσχε, των εντολών σου παραβάτης γεγονώς», βρέθηκε μακριά από την αγάπη και την Πατρική στοργή.
Αυτή η απομάκρυνσις επέφερε τον σωματικό θάνατο, δηλαδή τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα: «διό πάλιν εις γήν εξ ης ελήφθη, κατεδίκασας επιστρέφειν», αλλά και το κυριότερο και θλιβερότερο, τον πνευματικό θάνατο, πού είναι ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό.
Αυτή την επανένωση του ανθρώπου με τον Θεό Πατέρα εκουσίως ανέλαβε να την ενεργήσει ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο Οποίος έγινε άνθρωπος δια να ενώσει τον άνθρωπο με τον Θεό και να επαναφέρει τον άνθρωπο στην αρχαία μακαριότητα.
Πολύ χαρακτηριστική είναι η σημερινή παραβολή του ασώτου υιού. Ο άσωτος ζητώντας την ευτυχία του στις ηδονές και απολαύσεις αυτής της πρόσκαιρης και μάταιης ζωής εγκαταλείπει την πατρική εστία και τις πατρικές νουθεσίες, αξίες και εντολές, και, «απεδήμησεν εις χώραν μακράν».
Εκεί με το να ζεί άσωτη ζωή, συντρίβει τις πνευματικές και ηθικές δυνάμεις του με τα πάθη, και ενώ ζητούσε να βρεί την ευτυχία μέσα στην άσωτη και όλως ξένη σε αυτόν κοινωνία, δυστυχώς περιέπεσε στην δυστυχία, την αθλιότητα, στην υλική και πνευματική πείνα.
Η δυστυχία, η αθλιότητα, η υλική και πνευματική πείνα, όλα αυτά γενούν την αμαρτία, και τα «οψώνια της αμαρτίας θάνατος εστίν», θάνατος πνευματικός.
Τα πάθη είναι οι σφοδρές αμαρτωλές επιθυμίες και πράξεις του ανθρώπου, οι οποίες κυριεύουν και αιχμαλωτίζουν όλες τις δυνάμεις της ψυχής, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να διαπράττει την αμαρτία.
Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος μετά την πτώση του έχει επιθυμίες αγαθές και καλές, αλλά έχει όμως και πολλές φορές τάσεις και επιθυμίες κακές και αμαρτωλές, οι οποίες τον εξωθούν στο κακό, στην αμαρτία, στον θάνατο.
Τα πάθη τα οποία κυριαρχούν τον άνθρωπο, και μάλιστα τον νέο άνθρωπο, είναι πολλά και ποικίλα· είναι τα σωματικά, φοβερά και όλως καταστρεπτικά, ο εγωισμός, ο φθόνος, η κενοδοξία, η οργή, το μίσος, η φιλοχρηματία, ο αθέμιτος
πλουτισμός· πάντα ταύτα φθείρουν τον άνθρωπο και τον καθιστούν δούλο και ηθικά νεκρό, ως τον άσωτο υιό.
«Ο ποιών την αμαρτίαν», λέγει Κύριος, «δούλος εστί της αμαρτίας».
Ο δούλος των παθών είναι τυφλός, δεν βλέπει τον ίσιο δρόμο, ο οποίος αν και είναι επίπονος στην αρχή, οδηγεί όμως τελικά τον άνθρωπο στο φώς, την ζωή, την αλήθεια που είναι ο Χριστός.
Η ψυχή του ανθρώπου πλάστηκε να είναι πλησίον του Θεού, η ψυχή του ανθρώπου πλάστηκε δια την αρετή· «πάντα τα πάθη», λέγει ο Μέγας Βασίλειος, «συγχυτικά και εκταρακτικά του διορατικού της ψυχής εστί».
Βεβαίως, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε ελεύθερος παρά του Θεού Πατρός και οφείλει να αγωνιστή, οφείλει να πολεμήσει τα πάθη του σώματος και τις κακές επιθυμίες, και να προσπαθεί με μετάνοια ειλικρινή να πράττει το αγαθό, το καλό, το οποίο είναι ευάρεστο στον Θεό.
Ο άσωτος υιός «νεκρός ήν και ανέζησε και απολωλός ήν και ευρέθη». Νεκρός ήταν σωματικά και ηθικά, και «εις εαυτόν ελθών», με την ειλικρινή μετάνοια ανασταίνεται πνευματικά και ενδύεται παρά του αγαθού Θεού καθαρή την πρώτη στολή.
Τα πάθη της αμαρτίας είναι φοβεροί τύραννοι και όλως απαίσιοι, οι οποίοι υποδουλώνουν το σώμα και την ψυχή μας και μας καθιστούν χειρότερους από τα άλογα ζώα και μας οδηγούν στην αθλιότητα, στην καταστροφή, τον πνευματικό θάνατο.
Πολλοί, δυστυχώς και από εμάς τους χριστιανούς, ως ο άσωτος υιός, δεν κάνουμε καλή χρήση της ελευθερίας που μας δώρισε ο Πλάστης και Δημιουργός μας, και επιζητούμε απελευθέρωση, νομίζοντες ότι εδώ υπάρχει η ζωή, η χαρά, η ευτυχία και η απόλαυση.
Αγαπητοί μας νέοι,
Ο άσωτος υιός, αφού διέρρηξε τους πατρικούς χαλινούς, βρέθηκε μακριά της πατρικής εστίας και έζησε άσωτο ζωή· και τότε πείνασε, δίψασε, τα πάντα έχασε, και μέσα στην δυστυχία του σκέφτηκε ξανά τον πατέρα του, ήλθε σε επίγνωση των πράξεών του, μετανόησε για το τι έκαμε, και ξαναγύρισε στην αγκαλιά την πατρική.
Αγαπητοί μου νέοι,
Προσέχετε και εσείς, μη παρασύρεστε από τις σειρήνες του κόσμου του αιώνος τούτου, μη παρασύρεστε από τα φαινομενικά θέλγητρα της παγκοσμιοποιημένης αυτής εποχής, των απατηλών εξελίξεων· ας παραμείνει η αγνή ψυχή σας καθαρή, μακριά από την αμαρτία.
Η θεϊκή αγκαλιά του Θεού Πατέρα μας αναμένει όλους, ως τον άσωτο υιό, να μας αγκαλιάσει και να μας ζεστάνει από το αΐδιο και ανέσπερο Θαβώριο φως και να μας περιλούσει με το Πανάγιο Πνεύμα, «το εκ του Πατρός εκπορευόμενον και εν Υιώ αναπαύμενον».
Και τότε, όλοι με καθαρή την καρδιά, από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, θα ακούσουμε, ως ο άσωτος υιός, παρά του Παντάνακτος Θεού την φωνή Του την λέγουσα: «ούτος ο υιός μου νεκρός ήν και ανέζησε, αμαρτωλός ήν και ευρέθη». ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ (24 Ιανουαρίου 2010)
«Ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται»
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Στην ωραία και ωφέλιμη ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε σήμερα, την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου θεμελιώνεται η μεγάλη διδασκαλία, που καλείται αρετή της ταπεινοφροσύνης, στο μεγάλο χριστιανικό οικοδόμημα της σωτηρίας του ανθρώπου.
Δύο άνθρωποι πήγαν να προσευχηθούν στο Ιερό ο ένας ο Φαρισαίος, άνθρωπος εγωϊστής και υπερήφανος, και ο άλλος ο Τελώνης, ο οποίος αναλογίζεται το βάρος των αμαρτιών του, κτυπά το στήθος του, κλαίει και λέγει «ο Θεός ιλασθητί μοι τω αμαρτωλώ».
Και γεννάται το ερώτημα ποίων, εκ των δύο, η προσευχή έγινε δεκτή από τον Θεό, ή με άλλα λόγια: «ποιος κατέβηκε δικαιωμένος από τον ναό, από τον τόπο της προσευχής, ο υπερήφανος και αλαζόνας Φαρισαίος, ή ο ταπεινός και συντετριμμένος τη καρδία Τελώνης;». Ασφαλώς ο Τελώνης.
Τον Τελώνη δικαιώσας και την Χαναναίαν ελεήσας, ο Δίκαιος Κριτής, ο Κύριος της Δόξης Χριστός είπε : «πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται».
Ταπεινοφροσύνη, η μεγάλη αυτή υψοποιός χριστιανική αρετή, είναι η βαθειά συναίσθηση της ατέλειας και αναξιότητας του ανθρώπου απέναντι του τελείου Θεού. Η ταπεινοφροσύνη είναι η πρώτη και κυρία βάση της ύψωσης και της σωτηρίας του ανθρώπου και κατά συνέπεια το θεμέλιο και η βάση όλων των χριστιανικών αρετών και της αληθινής χριστιανικής ζωής.
Αυτή ακριβώς την διαπίστωση την βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, ο καθαρός στην καρδία άνθρωπος στους λόγους του Σωτήρα Χριστού, «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών».
Μακάριοι είναι εκείνοι που συναισθάνονται, όπως ο Τελώνης, την πνευματική τους πτώχεια, και τα πάντα τα αποδίδουν στο Θεό, τον Δημιουργό του παντός ζητούντες την χάρη και την ευλογία Του, με ταπείνωση, με υπομονή και εγκαρτέρηση.
Η μεγάλη αρετή της ταπείνωσης και τους αμαρτωλούς δικαιώνει, ως τον τελώνη, ως τον ληστή, ως την πόρνη και την αιμορροούσα γυναίκα, αλλά και τους δικαίους προφυλάττει από την αμαρτία και τις προσευχές τους τις μεταφέρει στον θρόνο του Παντάνακτος Θεού, ως της σήμερον εορταζομένης υπό της Εκκλησίας μας Οσίας μητρός Ξένης.
Την Οσία Ξένη, η παιδεία της, η ευγένεια της, η θερμή πίστη της και προπάντων η ταπείνωσή της, την έκαναν γνωστή ώστε καθημερινά να προστρέχουν κοντά της γυναίκες και παρθένες δια να ζητήσουν τις συμβουλές της, αλλά και τις προσευχές της παρά του Νυμφίου Χριστού, και εκείνη τις δέχεται με σεμνότητα, με γλυκύτητα, ως ταπεινή δούλη Κυρίου Ιησού.
Ο ταπεινός άνθρωπος δια της υπομονής και της εγκαρτέρησης γίνεται φίλος Χριστού και αποκτά το «γνώθι σαυτόν» πού είναι πράγμα δύσκολο να γνωρίζει, ζητά όμως με την χάρη του Αγίου Πνεύματος να προαχθεί ηθικά και να γίνει άξιος μαθητής Εκείνου, «όστις είναι ο πράος και ταπεινός τη καρδία».
Ο ταπεινός στην καρδιά άνθρωπος συναισθανόμενος τις αμαρτίες του προσπίπτει ταπεινά ενώπιον του αγαθού Θεού και λαμβάνει την θεία χάρη, διότι ο Θεός «επί πάντα ταπεινόν επιβλέπει» και τους ταπεινούς τω πνεύματι σώζει», ενώ απεναντίας «πάντα υψηλοκάρδιον, ως ακάθαρτον αποστρέφεται και οφθαλμούς υπερηφάνων ταπεινοί».
Έτσι ο υπερήφανος, ο αλαζών, ο εγωιστής, πέφτει και συντρίβεται υπό το βάρος της υπερηφάνειας του, της αλαζονείας του, του εγωισμού του, ενώ ο ταπεινός εργάζεται το αγαθό, το καλό, την αρετή και υψώνεται και προάγεται κατά Χριστό και συγχρόνως αποδίδει στο Θεό την ηθική του αξία και ικανότητα, διότι παρ’ Αυτού έλαβε τα πάντα. «Τι έχεις, ό ούκ έλαβες», λέγει ο Απόστολος Παύλος προς Κορινθίους.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η ταπεινοφροσύνη είναι «το θεμέλιον της αγιότητος», μας λέγει ο άγιος Κυπριανός ή «θεμέλιός εστι της καθ ημάς φιλοσοφίας» ως επίσης μας λέγει ο χρυσούς την γλώττα Ιωάννης. Χωρίς τη αληθινή ταπεινοφροσύνη δεν είναι δυνατό να υπάρχει χριστιανική αρετή και δη και μάλιστα μετάνοια, μετάνοια ειλικρινή, ως αυτή του Τελώνη της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.
Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι ο ταπεινός άνθρωπος κερδίζει τον Χριστό, την άκρα Ταπείνωση και γίνεται φίλος Χριστού. Ας επιδείξουμε και εμείς ταπείνωση ειλικρινή και μετάνοια, ως ο Τελώνης, δια να δυνηθούμε να λάβουμε παρά του Δικαιοκρίτου Θεού την πνευματική μας ανύψωση και με αποτέλεσμα, το ποθούμενο, να γίνουμε μέτοχοι της εκ δεξιών αυτού παραστάσεως εν τη ημέρα της κρίσεως.
Η Εκκλησία μας από σήμερα μας εισαγάγει στην κατ’ εξοχή περίοδο της ταπείνωσης, της μετάνοιας, και της προσευχής, πού είναι η περίοδος του Τριωδίου και μας καλεί λέγοντας δια του υμνωδού της «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ορθρίζει γάρ το πνεύμα μου, προς ναόν τον άγιόν σου, ναόν φέρον του σώματος όλον εσπιλωμένον, αλλ’ ως οικτίρμων κάθαρον, ευσπλάχνω σου ελέει».
Αδελφοί μου αγαπητοί
«Το στάδιον των αρετών ηνέωκται, οι βουλόμενοι αθλήσαι εισέλθετε». Ας τρέξουμε λοιπόν και εμείς στο στάδιο των αρετών αγωνιζόμενοι με την υψοποιό ταπείνωση δια να μας ανυψώσει στα ύψη της θείας θεωρίας η πανσθενής χείρ του Θεού Πατέρα εν καιρώ.
«Ταπεινωθήτε ούν υπό την κραταιάν χείρα του Θεού, ίνα υμάς υψώσει εν καιρώ» λέγει ο θεηγόρος Απόστολος Πέτρος . ΑΜΗΝ.
Ο.Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ 17.1.2010
«Ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε , δίδωμι τοις πτωχοίς».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ωραία, αλλά και λίαν συγκινητική η σημερινή ευαγγελική περικοπή, η γνωστή περικοπή του Ζακχαίου. Ο θεηγόρος Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς, στην σημερινή ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε εξιστορεί την επιστροφή του αμαρτωλού και άδικου αρχιτελώνη Ζακχαίου στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα.
Ο των όλων Κύριος, πράος και ταπεινός, εισέρχεται στην πόλη Ιεριχώ, εκεί υπήρχε κάποιος που ονομαζόταν Ζακχαίος και ο οποίος μάλιστα ασκούσε το επάγγελμα του αρχιτελώνη, αλλά ήταν και πλούσιος.
Ο Ζακχαίος, ο αρχιτελώνης και πλούσιος, είχε ακούσει πολλά δια τον Ιησού και ήθελε να τον γνωρίσει, ήθελε να τον πλησιάσει, ήθελε διακαώς να τον ιδεί, δεν μπορούσε όμως, ήταν αδύνατον λόγω πού ήταν κοντός.
Η τόλμη όμως και η θέληση του Ζακχαίου να πλησιάσει Αυτόν του οποίου η φήμη ταχέως έγινε γνωστή σ΄ όλη την Ιουδαία γη, ήταν μεγάλη και τίποτε μα τίποτε δεν τον εμπόδιζε, και έτσι προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ιδεί και να γνωρίσει Εκείνον πού έκλεινε ουρανούς και ήλθε στην γη.
Φλέγεται διακαώς ο Ζακχαίος από την επιθυμία να πλησιάσει τον Κύριο και τρέχει μπροστά από το πλήθος και ανεβαίνει σε μια συκομουριά δια να μπορέσει να ιδεί, να αντικρύσει τον Μέγα Λυτρωτή, τον Θεάνθρωπο Ιησού.
Η επιθυμία του Ζακχαίου δεν ήταν μία απλή περιέργεια, ήταν επιθυμία αγνή, ήταν επιθυμία ηθική, ήταν επιθυμία ανιδιοτελής και γι’ αυτό ο πλούσιος αρχιτελώνης δεν εντρέπετο τίποτε, δεν σκέπτεται την θέση που κατείχε, αλλά τρέχει δρομέως, ως ο Πέτρος, δια να ιδεί και να γνωρίσει Εκείνον πού σαγήνευε τις ψυχές των ανθρώπων στη Ιουδαία γη.
Και αυτή η άδολη, η αγνή, η ηθική, η ανιδιοτελής επιθυμία του Ζακχαίου ξεπληρώθηκε, «ο ετάζων καρδίας και νεφρούς και βάθη των ανθρώπων γιγνώσκων Κύριος». Βλέποντας τον Ζακχαίο επάνω στην συκομουριά λέγει προς αυτόν, «Ζακχαίε σπεύσας κατάβηθι, σήμερον γάρ εν τω οίκω σου δει με μείναι».
Χαρά μεγάλη δια τον Ζακχαίο οι λόγοι του Κυρίου Ιησού. «Και σπεύσας κατέβη και υπεδέξατο αυτόν χαίρων».
Μάταια γογγύζουν οι αγέρωχοι διδάσκαλοι του Ιουδαϊκού νόμου, μάταια φωνασκούν οι αυστηροί τηρητές των τύπων Φαρισαίοι, μάταια σκανδαλίζονται οι Ιουδαίοι που βλέπουν τον Κύριο να μπαίνει και να καταλύει στην οικία ενός αμαρτωλού, στην οικία του πλούσιου αρχιτελώνη Ζακχαίου.
Ο Κύριος όμως, ο οποίος δεν ήλθε να καλέσει δικαίους, αλλά αμαρτωλούς, σε μετάνοια εισέρχεται στην οικία του Ζακχαίου και ο αμαρτωλός Ζακχαίος αναγεννάται, μετανοεί, εξομολογείται ταπεινά τις αμαρτίες του, αλλάζει τρόπο ζωής και γίνεται νέος άνθρωπος.
Ο Ζακχαίος μακριά από την αμαρτία αναγεννάται, κατ' εικόνα του κτίσαντος αυτόν και εκδηλώνει με έργα δικαιοσύνης και αγάπης αυτήν την πνευματική του αναγέννηση. «Ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς και ει τι τινός τι εσυκοφάντησα αποδίδωμι τετραπλούν».
Ο αμαρτωλός αρχιτελώνης αδίκησε, έβλαψε, έκλεψε τους ανθρώπους με τις αμαρτωλές πράξεις του, όμως μετανοεί δεν πράττει ξανά πλέον αδικίες, αλλά αποδίδει κατά τον Μωσαϊκό νόμο το τετραπλούν σε όσους έβλαψε, σε όσους αδίκησε, σε όσους πτωχούς υστέρησε τα προς το ζήν αδίκως.
Η αδικία είναι αληθινά φοβερή αμαρτία, διότι παραβαίνει τον θείο νόμο και διαλύει ότι όσιο και ιερό, διαλύει δεσμούς, γι’ αυτό και ο Μωσαϊκός νόμος τιμωρεί εκείνον που πράττει την αδικία. Τον αμαρτωλό, πλούσιο και άδικο αρχιτελώνη Ζακχαίο δικαιώνει, ο των όλων Κύριος, δια την ειλικρινή μετάνοια και εξομολόγησή του. Αυτή είναι η δύναμη της μετανοίας και εξομολόγησης, να αναγεννά τον αμαρτωλό άνθρωπο και να τον επαναφέρει στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα.
Η ειλικρινής εξομολόγηση, η αληθινή μετάνοια είναι η βαθειά συναίσθηση της ανοχής της αμαρτίας και αμαρτία είναι καταπάτηση του θείου θελήματος, η οποία εκθέτει τον παραβάτη άνθρωπο στο πρόσωπο του Θεού Πατέρα.
Είναι γεγονός ότι τα μικρά αμαρτήματα ανοίγουν τον δρόμο στα βαρύτερα και θανάσιμα αμαρτήματα και φέρουν ψυχρότητα και τέλος την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό Πατέρα.
Δυστυχώς πολλοί άνθρωποι εμμένουν στην αμαρτία ή και μετανοούν ψευδώς και υποκριτικά και αυτοί οι άνθρωποι όχι μόνο δεν ωφελούνται και δεν σώζονται, αλλά απεναντίας μένουν στο λήθαργο, μένουν στο σκοτάδι, μένουν μακριά της αγάπης του Θεού Πατέρα.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η αληθινή μετάνοια είναι τελεία καθαρότητα της ψυχής, όπως μας την κατέγραψε στην σημερινή ευαγγελική περικοπή ο Κύριος Ιησούς στο πρόσωπο του αρχιτελώνη και πλούσιου Ζακχαίου. Ο Ζακχαίος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής πίστεψε στον Ιησού Χριστό, μετανόησε, επέστρεψε, ανακαινίστηκε, έπραξε έργα και καρπούς αξίους της μετανοίας, μίσησε την αδικία και αγάπησε το αγαθό, έπραξε το δίκαιο «ει τινός τι εσυκοφάντησα αποδίδωμι τετραπλούν».
Ο Ζακχαίος αγάπησε το αγαθό, έπραξε το δίκαιο, το αυτό έπραξε και ο σήμερα εορταζόμενος υπό της Εκκλησίας μας, ο Μέγας Αντώνιος, ο Καθηγητής της ερήμου, ο Όσιος της αγάπης, του ελέους και των οικτιρμών. Δεν εμέθυσε διόλου όταν βρέθηκε κύριος και διαχειριστής τόσης περιουσίας μετά τον θάνατο των ευσεβών γονέων του. Ο ζωντανός φόβος του Θεού και η αγάπη του ευαγγελίου τον κράτησαν στην ίδια ολιγάρκεια και απλότητα.
Όταν μία Κυριακή άκουσε το Ευαγγέλιο, στο οποίο ο Χριστός λέγει στον πλούσιο νεανίσκο εάν ήθελε να γίνει τέλειος, να πουλήσει τα υπάρχοντά του, να τα μοιράσει στους πτωχούς και να τον ακολουθήσει, τα λόγια αυτά προξένησαν μεγάλη εντύπωση στην ψυχή του Αντωνίου.
Φλέγεται, ως ο Ζακχαίος, από τον ευγενή πόθο της πνευματικής και ηθικής τελειότητας, και η ψυχή του Αντωνίου πλημμυρίζει από ευσπλαχνία, φιλανθρωπία και αμέσως εφαρμόζει την θεία πρόσκληση και υπόδειξη, πράττει καρπούς άξιους της σωτηρίας, τα υπάρχοντά του τα μοιράζει στους πτωχούς.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ο αγαθός Θεός έδωκε την μετάνοια προς σωτηρία του ανθρώπου, δίδαξε την φιλανθρωπία, την ευσπλαχνία και την μεγάλη αρετή της αγάπης.
Και ο Παντογνώστης Κύριος έσωσε την πόρνη, άνοιξε στον ληστή τον παράδεισο, δικαίωσε τον Ζακχαίο, στεφάνωσε με το αμαράντινο της δόξης στεφάνι τον όσιο Αντώνιο, το μέγα καθηγητή της ερήμου.
Ας ανοίξουμε και εμείς λοιπόν τον οίκο της ταλαιπωρημένης μας ψυχής δια να κατοικήσει μέσα ο Χριστός και έτσι φωτιζόμενοι και εμείς από την χάρη και το άπειρο Αυτού έλεος να γίνουμε και Χριστοφόροι και θεοφόροι. Τότε θα ακούσουμε και εμείς ως ο Ζακχαίος από τον Κύριο της Δόξης Χριστό «ότι σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο, καθότι και αυτός υιός του Αβραάμ εστίν, ήλθεν γάρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός».
ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ 10.1.2010
«και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς»
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ο μέγιστος των προφητών, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ήλθε να μαρτυρήσει περί του φωτός και να παρασκευάσει την οδό του Σωτήρος Χριστού.
Κήρυκας της μετανοίας στην έρημο ο Προφήτης και Πρόδρομος, όπου συρρέουν καθημερινώς πλήθη ανθρώπων για να βαπτιστούν στα Ιορδάνεια ρείθρα υπ΄αυτού.
Όμως ο της μετανοίας κήρυκας δεν διστάζει να καυτηριάζει την κακία και να υψώνει την ισχυρή φωνή του, φωνή διαμαρτυρίας και κατ΄ αυτού του Ηγεμόνα Ηρώδη, τον οποίον έλεγχε δια τον τρόπο ζωής του μετά της ακόλαστης και φιλόδοξης Ηρωδιάδας, γυναίκας του αδελφού του Φιλίππου.
Η Ηρωδιάδα μαίνεται, ταράσσεται, οργίζεται, μισεί τον Ιωάννη και ζητά την εξόντωση του αγίου και προφήτου και κατορθώνει να επιδράσει με δόλιο τρόπο στον ασθενή χαρακτήρα του Ηρώδη, ο οποίος Ηρώδης διατάσσει την φυλάκιση του Προδρόμου και ρίπτει της αληθείας τον κήρυκα στην σκοτεινή φυλακή.
«Ακούσας δε ο Ιησούς ότι Ιωάννης παρεδόθη, ανεχώρησε εις την Γαλιλαίαν», στην πόλη που κατοικούσαν πολλοί ειδωλολάτρες και όπου επικρατούσε το σκότος περί της γνώσης του Θεού, η αμάθεια και η πλήρης σύγχυσις των πάντων.
Στην Γαλιλαία και σε ολόκληρο την Ιουδαία γη υπήρχε βαθύ σκοτάδι περί της γνώσης του αληθινού Θεού. Η διδασκαλία των Προφητών είχε διαστραφεί από τους Φαρισαίους και Γραμματείς και ο εκλεκτός λαός του Θεού είχε ξεχάσει τις μεγάλες ευεργεσίες του Θεού, είχε ξεχάσει τον «εν τη ερήμω Μάννα ομβρίσας τω λαώ», είχε ξεχάσει τον «δι’ ύδατος και πυρός, δια του Ηλιού, απαλλάξας τον Ισραήλ εκ της πλάνης του Βάαλ».
Και ώ του θαύματος! εκπληρώνεται εκείνο πού είπε προ οκτακοσίων ετών ο προφήτης Ησαϊας: «γη Ζαβουλών και γή Νεφθαλείμ, οδόν θαλάσσης, πέραν του Ιορδάνου, Γαλιλαία των εθνών, ο λαός ο καθήμενος έν σκότει και σκιά θανάτου είδε φώς μέγα και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φώς ανέτειλεν αυτοίς».
Ο Θεάνθρωπος Ιησούς έρχεται στην Γαλιλαία των εθνών και αρχίζει από την πόλη αυτή του σκότους, της αμάθειας και της πλήρους σύγχυσης την διδασκαλία του, δια της οποίας θείας διδασκαλίας Του έμελλε να φωτιστεί ο «εν σκότει και σκιά θανάτου καθήμενος» κόσμος και να βαδίσει τον σωτηριώδη δρόμο της αλήθειας του φωτός και της αρετής.
Και πραγματικά από εδώ, από την Γαλιλαία των εθνών, «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φώς μέγα». Αν και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και Πρόδρομος παρεδόθη στην φυλακή, ο Ερχόμενος μετά από αυτόν, «ο δρακί έχων την πάσαν κτίσιν», θα διατρέξει ολόκληρο την Ιουδαία γη δια να ευαγγελιστεί την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.
Ο Κύριος των κυριευόντων και Βασιλεύς των βασιλευόντων θα διατρέξει ολόκληρο την γη Ισραήλ δια να διαχύσει το νέο ιλαρό και ζωογόνο φώς της αληθείας, το οποίο επρόκειτο να υπερβεί και αυτά τα στενά όρια της Ιουδαίας γης, δια να καταυγάσει και φωτίσει ολόκληρο την ανθρωπότητα, «τους εν χώρα και σκιά θανάτου καθημένοις».
Ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο Ιησούς Χριστός, ανέτειλε επί της γης και διέχυσε και διαχέει στο διηνεκές τις φωτεινές ακτίνες Του σε ολόκληρο την οικουμένη, απ’ άκρο έως άκρο αυτής και φωτίζει πάντα άνθρωπο, τον θέλοντα σε επίγνωση σωτηρίας ελθείν.
Δικαίως, λοιπόν, η στρατευομένη του Χριστού Εκκλησία εν χαρά και αγαλλιάσει πολλή ψάλλει μετά του υμνωδού της: «Επεφάνης εν τω κόσμω, ο τον κόσμον ποιήσας, ίνα φωτίσης τους εν σκότει καθημένους, Φιλάνθρωπε δόξα σοι».
Όπως ο ήλιος είναι η εστία και η πηγή του φυσικού φωτός, το οποίο φωτίζει και θερμαίνει και ζωογονεί τα πάντα, έτσι και ο των όλων Κοσμήτωρ, ο Οποίος ήλθε αυτεπάγγελτα εκ του ουρανού, είναι η πηγή του πνευματικού φωτός, το οποίο διαλύει τα σκότη της άγνοιας, φωτίζει, θερμαίνει και ζωογονεί τις ψυχές όλων των ανθρώπων.
«Σήμερον ο άδυτος Ήλιος ανέτειλε και ο κόσμος τω φωτί του Κυρίου καταυγάζεται».
Ο Ιησούς Χριστός είναι το φώς του κόσμου και κάτω από τις φωτεινές ακτίνες Του εκλάμπει η αλήθεια και ανθεί η αρετή και δημιουργούνται οι μεγάλες και αιώνιες αρετές της πίστης, της αγάπης, της ελπίδας, όπου με τις αρετές αυτές ο άνθρωπος αναγεννάται «εις νέον άνθρωπον κατ’ εικόνα του Κτίσαντος αυτόν».
Αδελφοί μου αγαπητοί, και εμείς σήμερα ζούμε, κινούμεθα και υπάρχουμε φωτιζόμενοι, βαπτιζόμενοι «εν ύδατι και πνεύματι» και καταυγαζόμενοι με το φώς της χριστιανικής αλήθειας, «ΦΩΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΑΙΝΕΙ ΠΑΣΙΝ», με το Φως του Χριστού περιπατούμε ως τέκνα Θεού Ζώντος.
Δεν πρέπει όμως να αγνοούμε ότι, όπως το υλικό φώς φωτίζει μόνο εκείνους πού έχουν υγιείς οφθαλμούς, έτσι και το πνευματικό φώς του Κυρίου φωτίζει μόνο τους πιστούς, τους αγαθούς χριστιανούς, φωτίζει μόνο εκείνους πού επιζητούν την χάρη και την ευλογία του Εναθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού.
Θα έλεγε, όμως, κανείς ότι σ’ αυτή την πεπολιτισμένη ανθρωπότητα πού ζούμε, κινούμεθα και υπάρχουμε, άχρι καιρού, πρέπει να επιζητούμε να γνωρίσουμε το φώς το αληθινό, να διαβάζουμε τον λόγο του Κυρίου, να μελετούμε το άγιο ευαγγέλιο.
Πολλοί επιστήμονες, σχεδόν όλων των ειδικοτήτων και αυτής της επιστήμης της Θεολογίας ακόμη, εργάζονται να διαχύσουν φώς στις ανθρώπινες ψυχές όλων των κοινωνικών τάξεων, διότι έτσι νομίζουν θα προαχθεί και θα ευημερήσει η ανθρωπότητα δια της μάθησης και της επιστήμης.
Βεβαίως κανείς δεν αντιλέγει ότι η μάθηση και η επιστήμη διαλύουν πλάνες και φωτίζουν τις ψυχές, αλλά όμως η μάθηση και η επιστήμη που στηρίζονται στην χριστιανική αλήθεια, στο λόγο του Κυρίου, η οποία δεν δέχεται ουδεμία αλλοίωση, ουδεμία παραχάραξη.
Η επιστήμη, η κάθε επιστήμη, και οιαδήποτε εκπαίδευση χωριζόμενες του χριστιανικού φωτός και της ζωής της αληθινής είναι ψευδείς επιστήμες και σκοτάδι αμαθείας, είναι κατά τον θείον Ιάκωβον τον αδελφόθεον, «επίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης γ.Ι5».
Η τοιαύτη επιστήμη και εκπαίδευση αντί να φέρουν φώς, γνώση, και αλήθεια και ζωή και να διαπλάσουν και να μορφώσουν χαρακτήρες ανθρώπων με αρχές και διδασκαλίες εδραζόμενες στους λόγους του Κυρίου Ιησού, διαχέουν σκότος, σύγχυση και δημιουργούν πολλαπλά προβλήματα στις κοινωνίες αυτής της παγκοσμιοποιημένης εποχής.
Ο Ήλιος της δικαιοσύνης, αγαπητοί μου αδελφοί, ανέτειλε επί της γης δια να φωτίσει, να αγιάσει και να καθαρίσει δια του λουτρού της παλιγγενεσίας τις ψυχές μας και καθαρές να τις οδηγήσει στην σωτηρία και την μακαριότητα, εκεί που πηγάζει το φώς η ζωή και η αλήθεια, στην αγκαλιά του Θεού των φώτων, παρά του Οποίου πάσα δόσης αγαθή και πάν δώρημα τέλειο.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ευτυχείς θα είμαστε εάν δεχθούμε και εμείς τούτο το φώς το αληθινό πού φωτίζει και αγιάζει πάντα άνθρωπο ερχόμενο στον κόσμο, και θα δυνηθούμε μετά του Μεγάλου Προφήτη Ησαΐα, με καθαρή ψυχή να πούμε το «ο Λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλε αυτοίς». ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ 3.1.2010
«Ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελον μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Τους λόγους αυτούς, τους οποίους ο ευαγγελιστής Μάρκος μας καταγράφει στην σημερινή ευαγγελική περικοπή ως αρχή του ευαγγελίου του, τους προείπε ο Θεός, ο Δημιουργός του παντός, δια του στόματος των προφητών Ησαΐα και Μαλαχία και αναφέρονται προς τον Μονογενή Υιό Του.
«Ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελό μου πριν από σε, ο οποίος θα προετοιμάσει τον δρόμο σου εμπρός σου».
Άγγελο, τον οποίο στέλνει ο Θεός Πατέρας προ της έλευσης του Υιού του του αγαπητού εν τω κόσμω, ονομάζει τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Οδό δε, την οποίαν προπαρασκευάζει ο Ιωάννης προ της παρουσίας του Χριστού στην γη, εννοεί το βάπτισμα του ύδατος και το κήρυγμα της μετανοίας και εξομολόγησης.
Ο Μεγαλοφωνώτατος των προφητών και πέμπτος ευαγγελιστής, ο Ησαίας, ονομάζει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», δια να δηλώσει έτσι την ερημική, την άγαμο αυτού ζωή, την οποία ακολουθούν εκείνοι που αφιερώνουν την ζωή τους αποκλειστικά στο έργο του Θεού.
Ο δε προφήτης Μαλαχίας καλεί αυτόν «άγγελο Κυρίου του Παντοκράτορος», προς δήλωση της αγγελικής αυτού αρετής και αγιότητας, δια της οποίας αγγελικής αρετής και αγιότητας προετοιμάζει την οδό του Κυρίου και φωνάζει: «κάμετε ευθείς τους δρόμους της χάριτος και της σωτηρίας του ανθρώπου δια τον Ερχόμενον Κύριον».
Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος με την παρουσία του και το έργο του το πνευματικό στην έρημο του Ιορδάνη προετοιμάζει τις ψυχές των ανθρώπων στην κατά Χριστόν πίστη και υπακοή.
Ο Ιερός ευαγγελιστής Μάρκος, στην σημερινή ευαγγελική περικοπή λέγει δια την παρουσία και το έργο του Ιωάννου στην έρημο του Ιορδάνη: «εγένετο Ιωάννης βαπτίζων εν τη ερήμω και κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών».
Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο οποίος έζησε μέχρι το τριακοστό έτος της ηλικίας του στην έρημο του Ιορδάνη, κηρύσσει το βάπτισμα της μετανοίας και εξομολόγησης προς άφεση αμαρτιών.
Η φωνή αυτή του Ιωάννη, «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», από τα βάθη της έρημου ακούστηκε ευθύς ως φωνή του Θεού, ως κάλεσμα του Θεού προς τον άνθρωπο· και πήγαιναν προς αυτόν οι κάτοικοι της Ιουδαίας, της Ιερουσαλήμ και των περιχώρων του Ιορδάνη, δια να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους και να βαπτιστούν στον Ιορδάνη ποταμό από τον πνευματικό της ερήμου.
Ο ασκητής και πνευματικός της ερήμου, ο Ιωάννης, το ένδυμα που φορούσε ήταν από τρίχες καμήλου, η ζώνη στη μέση του δερμάτινη και η τροφή του από μύτες χόρτου και μέλι άγριο, υπόδειγμα εγκρατείας και αδιάλειπτης προσευχής.
Αυτή η πάντοτε ίδια και ολιγοστή τροφή του Ιωάννη, καθ΄ όλην αυτού την ζωή στην έρημο του Ιορδάνη, μαρτυρεί την εγκράτεια και την αγιότητά του, την νέκρωσή του από κάθε σαρκική επιθυμία και το σπουδαιότερο ότι, δια της μελέτης των Γραφών, τροφή πνευματική, γνώρισε τον Θεό και ούτω ολοκληρώθηκε και έγινε επίγειος άγγελος.
Αυτός ο επίγειος άγγελος κατά την τροφή, το ένδυμα και την ασκητική ζωή του, κηρύττει και λέγει με δυνατή την φωνή στην έρημο του Ιορδάνη το «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών», και ότι «έρχεται ο ισχυρότερός μου οπίσω μου, ου ουκ ειμί ικανός κύψας λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού».
Με τα προφητικά αυτά λόγια ομολογεί ταπεινά ο Ιωάννης, εν πάσει αληθεία, ότι αυτός δεν είναι ο Χριστός, ως νόμιζαν οι βαπτιζόμενοι υπ΄αυτού· «ουκ ειμί εγώ ο Χριστός» αλλά δούλος αυτού, «εγώ μεν εβάπτισα υμάς εν ύδατι, αυτός δε βαπτίσει υμάς εν πνεύματι αγίω».
Με τα προφητικά λόγια αυτά γίνεται και προφήτης της παρουσίας του Κυρίου και ομολογεί ότι ο ερχόμενος μετά από αυτόν, ο Χριστός, είναι Θεός αληθινός και βασιλεύς του σύμπαντος κόσμου, και όσοι δεχθούν το βάπτισμά Του, εν πνεύματι αγίω, θα λάβουν το χάρισμα της υϊοθεσίας.
Το βάπτισμα του Ιωάννη στην έρημο του Ιορδάνη ήταν βάπτισμα μετανοίας, βάπτισμα προετοιμασίας και προπαρασκευής ενός ανωτέρου βαπτίσματος, του Αγίου Βαπτίσματος.
Κατά το Άγιο Βάπτισμα υπό του Σωτήρος Χριστού στα αγιασμένα ύδατα με την τριττή κατάδυση στο όνομα της Αγίας Τριάδος, ο άνθρωπος αποβάλλει τον παλαιό άνθρωπο, τον φθειρόμενο κατά της απάτης και της επιθυμίας, και λαμβάνει τον νέο άνθρωπο, τον Χριστό.
Έτσι, με το μέγα Μυστήριο του Βαπτίσματος ο άνθρωπος καθίσταται Άγιος, τέλειος υιός του Θεού κατά χάρη, αναγεννάται πνευματικά και γίνεται νέος άνθρωπος, υιός και κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών, αντί ξένου και απαλλοτριωμένου που βρέθηκε το πρότερο μετά την παρακοή.
Η παρακοή των πρωτοπλάστων γέννησε την αμαρτία, και «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος», ο θάνατος ο πνευματικός, πού είναι ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό.
Και ο Θεός Πατέρας από αγάπη προς τον πλανηθέντα άνθρωπο προαναγγέλλει δια του στόματος του μεγάλου προφήτου της ερήμου του Ιωάννου το σωτήριο βάπτισμα.
Ο βαπτιζόμενος εν Πνεύματι Αγίω ενδύεται αυτόν τον Χριστό και ενοικεί στην ψυχή του, ενοικεί μέσα στο είναι του το Πνεύμα του Θεού, καθώς λέγει και ο θείος Παύλος: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», και, «ελάβετε πνεύμα υϊοθεσίας», και, «όσοι γαρ πνεύματι Θεού άγονται, ούτοι εισί υιοί Θεού».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η χάρις του Θεού Πατρός, η σωτήριος πάσι ανθρώποις, δια του μεγάλου ασκητού της ερήμου, του Ιωάννου του Προδρόμου, προετοίμαζε τον άνθρωπο, εν μετανοία και εξομολογήσει και εν ύδατι, να δεχθεί το μέγα και σωτήριο Βάπτισμα εν Πνεύματι Αγίω.
Και καλούμαστε και εμείς σήμερα, που χάριτι θεία γίναμε μέτοχοι του μεγάλου και σωτηρίου αυτού μυστήριου του, Αγίου Βαπτίσματος, να το διατηρήσουμε άσπιλο και αμόλυντο μέχρι τέλους της ζωής μας.
Η ωφέλεια του μυστηρίου του Αγίου Βαπτίσματος είναι μεγίστη δια τον άνθρωπο και τούτο διότι μας απαλλάσσει από την παλαιά πλάνη, από την αμαρτία.
Και απηλλαγμένοι από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος θα δυνηθούμε να εισέλθουμε στον ουράνιο νυμφώνα και να γίνουμε μέτοχοι των ουράνιων αγαθών, τα οποία ο Κύριος ετοίμασε δια τους αγαπώντας Αυτόν. ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ 27.12.2009
«Είδομεν γαρ τον αστέρα εν τη ανατολή και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ.….»
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Τι και αν οι ουρανοί πανηγυρίζουν και οι άγγελοι ψάλλουν τω δόξα εν υψίστοις θεώ .
Η ακρόπολη του Ισραήλ αγνοεί το μέγα τούτο γεγονός της θείας ενανθρώπησης.
Από τον Βασιλέα Ηρώδη μέχρι και τον ποιο άσημο υπήκοο του βασιλείου, από τους αρχιερείς και γραμματείς μέχρι και τον τελευταίο Ισραηλίτη άγνοια και αδιαφορία επικρατεί, το ότι ετέχθη σήμερον ο Σωτήρ ο Χριστός.
Και γεννάται το ερώτημα: «τι λοιπόν ζητούν να βρούν οι τρείς Μάγοι από ανατολών στην Αγία Πόλη;». «Ιδού μάγοι από ανατολών παρεγένοντο εις Ιεροσόλυμα, λέγοντες πού εστίν ο τεχθείς Βασιλεύς των Ιουδαίων είδομεν γάρ τον αστέρα εν τη ανατολή και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ».
Οι τρείς μάγοι από ανατολών ζητούν να γνωρίσουν τον τεχθέντα βασιλέα των Ιουδαίων. Θέλουν να ιδούν και να γνωρίσουν από κοντά Εκείνον τον οποίον οι Προφήτες προεφήτευσαν και ο λαός ο καθήμενος εν σκότει και σκιά θανάτου ανέμενε. Θέλουν διακαώς να γνωρίσουν τον Μεσσία, τον Σωτήρα και Λυτρωτήν του ανθρωπίνου γένους.
Πόση πίστη εχρειάζετο, δια να αφήσουν την πατρίδα τους και να επιχειρήσουν μακρινό ταξείδι σε άγνωστο τόπο με μόνο οδηγό τους το φώς του αστέρος.
Οι Σοφοί αυτοί αστρολόγοι και βαθείς γνώστες της ανθρωπίνης επιστήμης δεν διστάζουν να εγκαταλείψουν προς καιρό τις επιστημονικές τους απασχολήσεις,\τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις, δια να βρούν, να ιδούν και να προσκυνήσουν Εκείνον, που ήταν η προσδοκία των εθνών.
Η χαρά τους αυτή κορυφώθηκε όταν γονυπετείς ενώπιον του θείου βρέφους του προσέφεραν, μαζί με τα πολύτιμα δώρα τους, την προσκύνηση και την λατρεία τους. Και μόνο ο αιμοχαρής Βασιλεύς Ηρώδης ταράσσεται, μόνο ο αιμοχαρής Ηρώδης χάνει την ψυχραιμία του και ζητά δήθεν να προσκυνήσει το γεννηθέν παιδίο, τον Βασιλέα των Ιουδαίων.
Ο Βασιλεύς των Ιουδαίων, ο των όλων ποιητής, γεννιέται άσημος και πτωχός στην φάτνη των αλόγων, και ταράττεται και ανησυχεί ο Ηρώδης και ζητά να φονεύσει το παιδίο και τούτο διότι φοβάται ο άνομος την πτώση της εξουσίας του.
Βεβαίως ο Ηρώδης «εθυμώθη λίαν», διότι ενεπαίχθη υπό των Μάγων και αγρίως διέταξε να φονεύσουν «πάντας τους παίδας τους εν Βηθλεέμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτής από διετούς και κατωτέρω».
Ο Ηρώδης τρελός από οργή και εκδίκηση, διότι τον ενέπαιξαν οι Μάγοι και δεν ξαναπήγαν να τον ειδοποιήσουν, προβαίνει στην απάνθρωπο σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ και των συνόρων της από δύο ετών και κάτω νομίζοντας ότι εφόνευε και Εκείνο πού ήλθε εξ ουρανού δια να σώσει τον πλανώμενο άνθρωπο.
Αλλά το θείο παιδίο, ο Ιησούς, δεν ήταν εκεί. Άγγελος Κυρίου διέταξε τον Ιωσήφ να παραλάβει το παιδίο και την μητέρα αυτού και να μεταβεί στην Αίγυπτο και «ίσθι εκεί, έως αν είπωσιν».
Ο αιμοχαρης Ηρώδης δεν ελυπήθη ούτε τά βρέφη τα αθώα, ούτε τις μανάδες από την αγκαλιά των οι στρατιώτες τα άρπαξαν και τα έσφαξαν «Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής».
Ο Υιός του Θεού, ο οποίος έγινε άνθρωπος, «δια την του κόσμου σωτηρίαν», από την πρώτη στιγμή της γης παρουσίας Του γίνεται σημείο αντιλεγόμενο. Από τις πρώτες ημέρες της γεννήσεώς Του αρχίζουν οι διωγμοί, οι θλίψεις, και οι πειρασμοί και καταδιώκεται από τους κακούς και ελεεινούς ανθρώπους, το άκακο αρνίο της αποκάλυψης, και όλα αυτά προμηνύουν πως θα διερρεύσει η ζωή Του ως διδασκάλου και Μεσσίου.
Ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο Δημιουργός του παντός, ο Κύριος και εξουσιαστής ορατών και αοράτων ο Οποίος «έκλινεν ουρανούς και κατέβη» στην γη υπέμεινε τα πάντα και αναδείχθηκε νικητής και τροπαιούχος και υπερυψώθηκε υπό του ουρανίου Πατρός Του «Χριστός έπαθεν υπέρ ημών, υμίν υπολιμπάνων υπογραμμόν, ίνα επακολουθήσετε τοις ίχνεσι αυτού» λέγει ο απόστολος Πέτρος.
Το υπόδειγμα της υπομονής, της θλίψης και της καρτερίας που επέδειξε ο Θεάνθρωπος Ιησούς κατά την επί γης παρουσία Του καλείται ο άνθρωπος της μετά Χριστό εποχής να μιμηθεί εάν θέλει να γίνει συγκληρονόμος της Βασιλείας των ουρανών.
Οι Μάγοι εξ ανατολών δια άλλης οδού επέστρεψαν στην Πατρίδα τους και ο άνθρωπος της κάθε εποχής καλείται δια άλλης οδού να επιστρέψει στους κόλπους της Εκκλησίας του Σταυρωμένου και αναστημένου Ναζωραίου Χριστού στη μόνη πηγή της σωτηρίας .
Έλα και σύ άνθρωπε της κάθε εποχής και ιδιαιτέρως αυτής της τεταραγμένης εποχής στην Εκκλησία, την οποίαν ίδρυσε επί γής ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, που αρχίζει από το παγερό Σπήλαιο της Βηθλεέμ και συνεχίζεται στο διηνεκές με την χάρη του Παναγίου Πνεύματος την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, που είναι Εκκλησία υπομονής, θλίψης, καρτερίας, δακρύων και αίματος.
Έλα άνθρωπε ταλαίπωρε από την αμαρτία στην αληθινή οδό, στο πραγματικό δρόμο της αρετής, της φιλανθρωπίας, και της αγάπης, τον οποίον χάραξε ο υπό της Παρθένου Μαρίας Σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού.
Ο δρόμος αυτός μπορεί να είναι στην αρχή ανηφορικός και στενός «στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός, η απάγουσα εις την ζωήν», όμως είναι ο μόνος αληθινός δρόμος που ακολούθησαν οι Μάγοι επιστρέφοντες στα ίδια. Και μεταφέροντες στους οίκους τους την χάρη και την ευλογία του Νηπιάσαντος Ιησού.
Αυτή και ουχί άλλη είναι η οδός της σωτηρίας και της συμφιλίωσης του ανθρωπίνου γένους μετά του Θεού Πατρός των Φώτων.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η άπειρος, ανεξιχνίαστος και πάνσοφος αγάπη του Θεού Πατρός εύρε τρόπο, ώστε να προσφέρει και πάλιν σ΄εμάς την δυνατότητα να βρούμε τον δρόμο τον αληθινό, ως οι Μάγοι δια του αστέρος, με την εκ Παρθένου Σάρκωση του Υιού Του του αγαπητού.
Εμείς λοιπόν ας βαδίσουμε αυτόν τον δρόμο, τον οποίο χάραξε άπαξ δια παντός επάνω στο Σταυρό του Μαρτυρίου Του το διωχθέν υπό του Ηρώδου Θείο Βρέφος της Βηθλεέμ.
Και με το φώς το αληθινό, που φωτίζει κάθε άνθρωπο ερχόμενο στο κόσμο αυτό, να οδηγηθούμε στον τελικό σκοπό που είναι η οδός της θέωσης του ανθρώπου.
Και «θέωσις εστιν η επί το κρείττον ύψωσις, ου μην φύσεως μείωσις η μετάστασις» κατά τον άγιο Αναστάσιον τον Σιναϊτη. ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ 20.12.2009
«και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν, αυτός γάρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η σημερινή Κυριακή μας προετοιμάζει για την μεγάλη εορτή των εορτών και την πανήγυρη των πανηγύρεων, τα θεία Χριστούγεννα. Έτσι, η σημερινή ευαγγελική περικοπή καταγράφει λεπτομερώς και εξιστορεί τα γενόμενα κατά την υπερφυή γέννηση του Σωτήρος Χριστού.
Η γέννηση του Θεανθρώπου Ιησού στην άσημη πόλη της Βηθλεέμ είναι το σημαντικότερο γεγονός της παγκοσμίου ιστορίας. Είναι το κέντρο στο οποίο τελείωνε ο αρχαίος κόσμος και από το οποίο αρχίζει ο νέος κόσμος· «εν Χριστώ καινή κτίσις τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά τα πάντα».
Η εκ Παρθένου γέννηση, αληθινά, του Κυρίου Ιησού, που είναι το ύψιστο των μυστηρίων, είναι το κλειδί των ιστορικών γεγονότων και άνευ αυτού του μεγάλου γεγονότος ο πνευματικός και ο ηθικός κόσμος ολοκλήρου της ανθρωπότητας θα ήταν ανεξήγητος.
Ο Υιός του Θεού και Θεός μας γίνεται όμοιος με εμάς. Παίρνει σάρκα από την αγία σάρκα της Παρθένου Μαρίας για να αγιάσει και την δική μας σάρκα. Γίνεται όμοιος με εμάς, εκτός της αμαρτίας, και γεννάται στην φάτνη των αλόγων υπό της αειπαρθένου Μαρίας και σπαργανούται υπ’ αυτής, «ο δρακί έχων την πάσαν κτίσιν».
Το μέγα τούτο μυστήριο της θείας ενανθρώπησης που η άπειρος του Θεού αγάπη προς το ανθρώπινο γένος επεφύλαξε, έγινε η αιτία της σωτηρίας του παραπεσόντος ανθρώπου, γεγονός που υπερβαίνει την αντίληψη Αγγέλων και ανθρώπων.
Δια το μέγα και σωτήριο τούτο γεγονός ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή λέγει: «Ω! βάθους πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού, ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού».
Γεγονός είναι ότι μόνο δια της πίστης γίνεται δεκτό το μέγα της ευσεβείας μυστήριο και τούτο γιατί ο άναρχος άρχεται, ο άσαρκος σαρκούται, ο άπειρος Θεός λαμβάνει «μορφήν δούλου» και γίνεται άνθρωπος.
Αλλά ποίος είναι ο σκοπός της θείας Ενανθρώπησης του Θεού και της παρουσίας στην γή, του Κυρίου Ιησού; Ποίος είναι ο σκοπός που σήμερα γεννάται εκ Παρθένου Μαρίας ο προαιώνιος Υιός και Λόγος του Θεού; Ποίος είναι ο σκοπός δια τον οποίο ο Υιός του Θεού έκλινε ουρανούς και κατέβηκε στην γη και πτώχευσε;
Ο Άγγελος Κυρίου φανείς στον ύπνο του Δικαίου Ιωσήφ φανέρωσε τον σκοπό της Γεννήσεως του Υιού του Θεού: «ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν, αυτός γάρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών».
Ο σκοπός της θείας Ενανθρώπησης δεν ήταν άλλος από την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, το οποίο γένος με την παρακοή του αμαύρωσε, αλλοίωσε, σκότωσε και εξαχρείωσε «το κατ΄ εικόνα Θεού και ομοίωση».
Ο άνθρωπος σκοτίστηκε, έχασε τον εαυτό του και έγινε δούλος της αμαρτίας, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από το Θεό Πατέρα με την προτροπή του αρχεκάκου δαίμονα, με αποτέλεσμα να πέσει στο σκοτάδι της πολυθεΐας, της ειδωλομανίας και όλων εκείνων των κακών επιθυμιών.
Ο αρχαίος αυτός κόσμος βρίσκεται σε αξιοθρήνητο κατάσταση, πνευματικά σκοτίζεται από το ψεύδος, την παρανομία, την αδικία, τον εγωισμό και γίνεται έρμαιο του αισχρού και του κακού.
Επομένως, το έργο της σωτηρίας δεν ήταν έργο ανθρώπινο αλλά θείο. Δεν ήταν έργο του ξηρού Μασωϊκού νόμου και της αγόνου φιλοσοφίας των διαφόρων φιλοσοφικών συστημάτων και θρησκειών, αλλά ήταν έργο του Σωτήρος Χριστού, του Οποίου την εν τω κόσμω παρουσία προεφήτευσε ο Προφήτης Ησαΐας προ οκτακοσίων ετών.
Και επομένως, το θείο έργο της του κόσμου σωτηρίας ήταν έργο μιας νέας διδασκαλίας, μιας νέας ζωής και μιας νέας δύναμης, η οποία επρόκειτο να προέλθει από αυτόν τον Δημιουργό του παντός, από τον Θεό Πατέρα.
Έτσι, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», ο Υιός του Θεού γίνεται και υιός του ανθρώπου και γεννάται από την Παρθένο Μαρία, δια να σώσει τους ανθρώπους από την αμαρτία και τον αιώνιο θάνατο. «Αυτός γάρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ο Υιός του Θεού γεννήθηκε εκ της Παρθένου Μαρίας μέσα στο υγρό και παγωμένο σπήλαιο της Βηθλεέμ, πτωχός, άσημος για να υψώσει εμάς και να ζήσουμε εμείς την μακαρία ζωή και την θεία έλαμψη.
Πτώχευσε «ο απαθής την θεότητα», δια να πλουτίσει εμάς από την άπειρο αγάπη Του. Έγινε άσημος «ο άναρχος κατά τον Πατέρα», δια να υψώσει εμάς στην αρχαία μακαριότητα.
Δεύτε, λοιπόν, φιλέορτοι ας προετοιμάσουμε και εμείς τους εαυτούς μας δια να μεταβούμε νοερώς στην Βηθλεέμ εκεί που γεννάται αυτές τις ημέρες ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού και εν μετανοία και εξομολογήσει ας κλίνουμε γόνυ σεβασμού και ευλαβείας πολλής προ του Θείου Βρέφους προσφέροντες στον Δεσπότη Χριστό, στον Θείο Λυτρωτή «θυσίαν αινέσεως» τους εαυτούς μας και ας αποβάλλουμε τον εγωισμό μας και ας ταπεινωθούμε και εμείς, όπως δια την του κόσμου σωτηρία ταπεινώθηκε και έγινε άνθρωπος ο Θεάνθρωπος Ιησούς, ο Οποίος «ήλθεν να σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών». ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Π.
Μέγα δείπνο, αγαπητοί μου αδελφοί, προετοίμασε η άπειρος του Θεού Πατρός αγαθότητα, όπως ακούσαμε στην σημερινή ευαγγελική περικοπή και στο οποίο δείπνο, ο Ουράνιος Πατέρας, ο Πατέρας της αγάπης προσκαλεί χωρίς καμία διάκριση όλα τα παιδιά Του, παντός τόπου και χρόνου.
Μέγα δείπνο παρασκεύασε ο Ύψιστος Βασιλεύς, στο οποίο ο πνευματικός άνθρωπος της κάθε εποχής βρίσκει την εκπλήρωση των πόθων του και την απόλαυση των αιωνίων και αφθάρτων αγαθών.
Μέγα δείπνο, πλούσιο τραπέζι στόλισε ο των Πάντων Δημιουργός, στο οποίο καλείται να παρακαθίσει στο τραπέζι της θεϊκής αγάπης Του, κάθε άνθρωπος άρχοντας ή αρχόμενος, πλούσιος ή πτωχός, μικρός ή μεγάλος και να γευθεί μέσα από το χρυσό πιάτο τα ωραία εδέσματα της ειρήνης, της χαράς, της ζωής και να πιει το γλυκό κρασί της αθανάτου μακαριότητας.
Ο αγαθός Θεός καλεί και προσκαλεί με τον δούλο του στο Μέγα δείπνο τους καλεσμένους στο πλούσιο τραπέζι: «και απέστειλε τον δούλον αυτού τη ώρα του δείπνου ειπείν τοις κεκλημένοις έρχεσθε, ότι έτοιμα εστί πάντα».
Όμως, ο άνθρωπος, μωρός και κουφός, προτιμά τα επίγεια αγαθά, τις επίγειες απολαύσεις, τα φθαρτά και μάταια πράγματα του κόσμου τούτου, τις φαύλες ηδονές, τις υλικές τροφές και τέρψεις προς χορτασμό της κοιλίας του.
Και όχι μόνο ο βραδύς τη καρδία άνθρωπος παρακούει στην πρόσκληση του Θεού Πατρός, αλλά και παρακαλεί αυτόν να μη προσέλθει στο Δείπνο, προφασιζόμενος προφάσεις εν αμαρτίαις: «αγρόν ηγόρασα, ζεύγη βοών ηγόρασα, γυναίκα έγημα ερωτώ σε έχε με παρητημένον».
Λυπάται ο Θεός Πατέρας δια την αδιαφορία αυτή των ανθρώπων και στέλνει ξανά τον δούλο Του να τρέξει στις πλατείες, στους δρόμους της πόλης και να καλέσει τους πτωχούς, τους αναπήρους, τους χωλούς και τυφλούς, αλλά και πάλιν το σπίτι της αγάπης δεν γέμισε από κόσμο και πάλιν υπήρχε χώρος.
Και ο Θεός της αγάπης δίνει και πάλιν εντολή στον δούλο του, την φορά αυτή αγανακτισμένος δια την αδιαφορία των πολλών ανθρώπων, να βγεί στους δρόμους και στους περιφραγμένους τόπους και να αναγκάσει τους ανθρώπους να εισέλθουν για να γεμίσει ο οίκος του, διότι ο Θεός Πατέρας «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Ο Καλός Πατέρας θέλει όλα τα παιδιά του να λάβουν μέρος στο Μέγα δείπνο και να μη μείνει κανένας έξω του νυμφώνος, έξω από αυτή την πνευματική πανδαισία της σωτηρίας.
Στη σημερινή παραβολή του Μεγάλου Δείπνου, όπως μας την διέσωσε ό Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς, «ο μορφή δούλου λαβών», ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός δεν αναφέρεται μόνο στους Ισραηλίτες εκείνης της εποχής, οι οποίοι ήρξαντο από μιας παραιτήσθαι πάντες», αλλά αναφέρεται και στον νέο Ισραήλ της χάριτος, σε όλους τους Χριστιανούς από την ημέρα της Πεντηκοστής μέχρι και σήμερα και στο διηνεκές.
Ο Θεός Πατέρας, πλήρης αγάπης και αγαθότητας, ετοίμασε τροφή καθαρή, πνευματική, υγιή, ουράνιο, θεία, έστειλε ως θύμα και θύτη τον Μονογενή Υιό Του, και καλεί «μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης» όλους εμάς που πιστεύομε και ομολογούμε Πατέρα Υιό και Άγιο Πνεύμα να συμμετάσχουμε στο Μέγα Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, στο Μέγα Δείπνο.
Πολλοί, όμως, από εμάς τους Χριστιανούς προφασιζόμαστε διάφορες προφάσεις «εν αμαρτίαις» και μάλιστα παραβαίνουμε με την θέλησή μας τις εντολές του Αγίου Θεού και έτσι, ενώ μας δίδεται η μεγάλη ευκαιρία να γευθούμε του Μεγάλου Δείπνου, όμως, μένουμε απαθείς και στεκόμαστε μακριά της Δεσποτικής Ξενίας.
Και τούτο γιατί, δυστυχώς, πολλοί από εμάς αγαπούμε την αμαρτία, η οποία μας απομακρύνει και μας αποξενώνει από το Ουράνιο Πατέρα μας, και μάλιστα προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε τις φαύλες πράξεις μας επαναλαμβάνοντες και εμείς το «ερωτώ σε, έχε με παρητημένον».
Με αποτέλεσμα, λόγω της αμαρτίας και των πολλών τύψεων που γεννά αυτή καθ΄ εαυτή η αμαρτία, να απομακρυνόμαστε ώστε να μην συμμετέχουμε στο Μέγα Δείπνο, στην φιλοξενία την Δεσποτική και να είμαστε αποξενωμένοι της πνευματικής χαράς και της ειρήνης του Εσφαγμένου αρνίου της Αποκαλύψεως.
Η άρνηση, όμως, και η μη συμμετοχή μας στην Δεσποτική φιλοξενία εδώ στην γη, θα έχει ως αποτέλεσμα την τιμωρία μας στους ουρανούς υπό της θείας Δικαιοσύνης: «λέγων γαρ υμίν ότι, ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου».
Αγαπητοί μου αδελφοί, ο αγαθός Θεός θέλει την σωτηρία όλων των ανθρώπων και γι αυτό μας καλεί και μας προσκαλεί στο μέγα δείπνο της σωτηρίας με πολλούς και διαφόρους τρόπους. Δεν βιάζει, δεν αναγκάζει τον άνθρωπο, ο οποίος πλάστηκε ελεύθερος, αλλά καλεί και προσκαλεί, προτρέπει και παρακαλεί τον καθένα από εμάς τα παιδιά του, χωρίς φόβο και πάθος να προσέλθουμε στο μέγα γλυκύ και ουράνιο δείπνο της χαράς, της δόξης και της σωτηρίας.
Το δείπνο είναι μέγα, η ευφροσύνη ουράνιος, ο χώρος απέραντος και χωρεί όλους τους ανθρώπους μικρούς και μεγάλους πλουσίους και πτωχούς: «έρχεσθε, ότι ήδη έτοιμα εστί πάντα».
Μη λοιπόν κωφεύουμε στο κάλεσμα της σωτηρίας μας και ας μη προφασιζόμαστε προφάσεις εν αμαρτίαις αλλά, αυτές τις άγιες ημέρες, ας πλησιάσουμε στο λουτρό των δακρύων, στο μυστήριο της εξομολόγησης και αφού εν μετανοία και εξομολογήσει καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, ας προσέρθουμε στο Μέγα Δείπνο μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, γενόμενοι σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστού.
Γεύσατε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος. ΑΜΗΝ.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι’ ΛΟΥΚΑ 6.12.2009
«Γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου· και επέθηκεν αυτη τας χείρας και παραχρήμα ανορθώθη και εδόξαζε τον Θεόν». Ο Κύριος, ο Μέγας Ιατρός της ψυχής και του σώματος, στην σημερινή ευαγγελική περικοπή θεραπεύει την συγκύπτουσα γυναίκα, η οποία δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια ήταν σκυμμένη και δεν μπορούσε να σταθεί καθόλου όρθια.
Δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια η δυστυχισμένη γυναίκα σκυμμένη έβλεπε στην Γη και δεν μπορούσε να ατενίσει το βλέμμα της στον ουρανό, εκεί που είναι ο θρόνος του Παντάνακτος Θεού.
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, πλήρης αγάπης και αγαθότητας προς όλους τους ανθρώπους, χωρίς να κάνει καμία διάκριση,- «διότι πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν»- βλέπει στην συναγωγή την πονεμένη γυναίκα, που παρά το σοβαρό πρόβλημα της υγείας της, τακτικά πήγαινε στην συναγωγή και με προθυμία άκουγε τον λόγο του Θεού.
Η συμφορά αυτής της ταλαιπωρημένης γυναίκας ἀναψε στην ψυχή του Κυρίου Ιησού όλη την συμπάθειά Του, και στη δυστυχία της πονεμένης γυναίκας εκδηλώνεται η άπειρος αγάπη Του.
Και ω, του θαύματος! Ο Μέγας Ιατρός της ψυχής και του σώματος στρέφει το βλέμμα Του το άγιο προς αυτήν και της λέγει: «γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου».
Ο λόγος του Κυρίου θεράπευσε την γυναίκα, η οποία σηκώθηκε και δοξολογούσε τον Θεό δια την μεγάλη ευεργεσία που της έκαμε να μπορεί να βλέπει γύρω της και προπάντων να βλέπει στον ουρανό και με υψωμένα τα χέρια της να υμνεί και να δοξολογεί τον Δημιουργό του παντός.
Και ενώ η ταλαιπωρημένη γυναίκα είναι πλέον υγιής, ο αρχισυνάγωγος λυπείται, θλίβεται, αγανακτεί, μαίνεται, λυσά από την κακία του, από τον φθόνο του και φωνάζει, ο τυπολάτρης, ο δήθεν τηρητής του Μωσαϊκού νόμου, φωνάζει και λέγει στο λαό: «εξ ημέραι εισίν εν αίς δεί εργάζεσθαι· εν ταύταις ούν ερχόμενοι θεραπεύεσθε και μη τη ημέρα του Σαββάτου».
Ο αρχισυνάγωγος, δεν βλέπει το θαύμα και δεν χαίρεται ότι μία γυναίκα τόσα χρόνια δυστυχισμένη βρίσκει την υγεία της, αλλά χύνει το δηλητήριο της κακίας, του φθόνου κάτω από την προστασία δήθεν του νόμου του Μωσαϊκού.
Ο αρχισυνάγωγος κάτω από τον φθόνο και την κακία του διέστρεφε την ευεργεσία που έκαμε ο Θεάνθρωπος Ιησούς στην συγκύπτουσα γυναίκα και δεν ήθελε να πιστέψει ότι η θεραπεία της γυναίκας την ημέρα του Σαββάτου δεν ήταν υλική εργασία, αλλά ήταν εργασία αγάπης, ευεργεσίας, ελέους και οικτιρμών.
Και ο Κύριος, ο οποίος δεν ήλθε να καταλύσει τον νόμο και τους προφήτες, αλλά ήλθε να πληρώσει, προς χάριν της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, λέγει στον αγανακτισμένο αρχισυνάγωγο: «Ω, υποκριτή! Δεν λύνει κάθε ένας από εσάς κατά το Σάββατο το βόδι του ή τον όνο του από τον στάβλο και τον φέρνει να τον ποτίσει;».
Και συνεχίζει ο Παντογνώστης Κύριος να λέγει στον σκληρόκαρδο αρχισυνάγωγο: «Και αυτή η γυναίκα, πού είναι και αυτή θυγατέρα του, δεν έπρεπε να λυθεί από τα δεσμά την ημέρα του Σαββάτου;»
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Στην σημερινή ευαγγελική περικοπή ο Κύριος της αγάπης μας διδάσκει ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να ομοιάσει με τον αρχισυνάγωγο, ο οποίος από φθόνο και κακία αγανάκτησε, γιατί έγινε υγιής η επί δεκαοκτώ έτη συγκύπτουσα γυναίκα.
Ο φθόνος είναι ανήλεος, σκληρός, φοβερός, άγριος, ελεεινός. Ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει: «τούτο διάβολον εξ ανθρώπου ποιεί, τούτο δαίμονα άγριον απεργάζεται».
Ο φθόνος σκοτίζει την διάνοια του ανθρώπου, διαφθείρει την καρδία, βλάπτει την κοινωνία, καταστρέφει την ψυχή. Όπως τα παιδιά της έχιδνας κατατρώγουν, όταν γεννιώνται, την κοιλία της δηλητηριώδους μάνας τους, έτσι και οι κακίες που γεννιώνται από τον φθόνο κατατρώγουν το σώμα και την ψυχή του φθονερού ανθρώπου.
Πόσοι και πόσοι απ΄εμάς τους χριστιανούς δεν μας κυριεύει η επάρατος κακία του φθόνου, και, όπως ο αρχισυνάγωγος, αγανακτούμε και βάλλουμε με τα χειρότερα λόγια κατά των αδελφών μας, εκείνων που διακρίνονται για την αρετή τους και είναι άνθρωποι του καθήκοντος;
Το αμάρτημα του φθόνου είναι φοβερό, θανάσιμο και η πηγή όλων των δυστυχημάτων. Τούτο σκότισε τον Σατανά, τούτο εξόρισε τον πρώτον άνθρωπο από τον Παράδεισο, τούτο έφερε όλα τα δεινά στην Γη και τούτο το δεινότερο κακό όλων, τον θάνατο.
«Φθόνω δε διαβόλου ο θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον».
Δια τούτο, ας αποβάλλουμε, αδελφοί μου αγαπητοί - τώρα που ακόμα ίσως έχουμε καιρό - από την ψυχή μας το δηλητηριώδες και ακάθαρτο θηρίο του φθόνου, και ας επικαλεστούμε την μεσιτεία του σήμερα εορταζομένου υπό της Εκκλησίας μας εν Αγίοις Πατρός ημών Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας του Θαυματουργού - του Αγίου της αγάπης, της φιλανθρωπίας και του ελέους - προς τον Πανικτοίρμονα Θεόν, ώστε να ζούμε ως αληθινοί και γνήσιοι χριστιανοί, πληρούμενοι από αγάπη Χριστού, δοξάζοντες και αινούντες τον Θεόν. ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ΛΟΥΚΑ 29.11.2009
«Διάδος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ο Θεάνθρωπος Ιησούς ήλθε στον κόσμο από άπειρο αγάπη προς τον άνθρωπο, έκλινε ουρανούς και ήλθε στην γη, πτώχευσε δια να πλουτίσει τον «κατ΄εικόνα Θεού» άνθρωπο από αγάπη, έλεος και φιλανθρωπία.
Ήλθεν εκουσίως εξ ουρανών ο Υιός και Λόγος του Θεού, γενόμενος υπό γυναικός, της Παρθένου Μαρίας, δια να εγκαταστήσει στη γή, την ταλαιπωρημένη, μία νέα θρησκεία, την χριστιανική θρησκεία, τη θρησκεία της αγάπης, του ελέους, της φιλανθρωπίας και φιλοπτωχίας.
Η χριστιανική θρησκεία, η θρησκεία του Σταυρού και της Ανάστασης, είναι θρησκεία αληθινή και απόλυτος, είναι θρησκεία κυρίως αγάπης και αγαθοεργίας, εκδηλωμένη στους πτωχούς και τους πάσχοντας αδελφούς μας και δεν είναι θρησκεία των τύπων και της εξωτερικής λατρείας.
Η αγάπη προς όλους τους ανθρώπους, όλως ιδιαιτέρως προς τους δυστυχείς και πτωχούς, είναι η αληθινή αρετή και μάλιστα συνθήκη απαραίτητη δια να μπορέσει ο κάθε άνθρωπος να αποκτήσει τα αιώνια και άφθαρτα αγαθά.
Ο Μέγας Διδάσκαλος, ο Θεός της αγάπης, του ελέους και των οικτιρμών, στην σημερινή ευαγγελική περικοπή - την οποίαν ακούσαμε και η οποία αποτελεί τον κανόνα της εισόδου του ανθρώπου στην αιώνιο βασιλεία - στην ερώτηση του πλούσιου νέου και άρχοντα της συναγωγής, «διδάσκαλε αγαθέ, τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;», του δίδει την απάντηση:
«Τις εντολές του Θεού τις γνωρίζεις, μη μοιχεύσης, μη φονεύσης, μη κλέψης, μη ψευδομαρτυρήσης, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου»· και εκείνος ο νέος, ο νομομαθής, ο άρχοντας της συναγωγής, ο άρχοντας των τύπων και της εξωτερικής λατρείας, λέγει στον Κύριο: «όλα αυτά τα διεφύλαξα από τα μικρά μου χρόνια».
«Έ, λοιπόν, ένα πράγμα σου λείπει ακόμα να κάμεις, πούλησε όσα έχεις και μοίρασέ τα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό και έλα να με ακολουθήσεις ως μαθητής μου, συμμορφούμενος πάντοτε προς όσα το παράδειγμά μου και η διδασκαλία μου θα σε διδάξουν».
«Έν σοι λείπει, πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος τοις πτωχοίς και έξεις θησαυρόν έν ουρανώ και δεύρο ακολούθει μοι».
Ο πλούσιος νέος, όταν άκουσε αυτά τα λόγια από τον Κύριο, λυπήθηκε πάρα πολύ, «περίλυπος εγένετο», γιατί αγαπούσε τα πλούτη του κόσμου τούτου, τα πρόσκαιρα και μάταια, και δεν ήθελε να αποχωριστεί από αυτά, «ήν γάρ πλούσιος σφόδρα».
Και ο Κύριος, ο πράος και γλυκύς Ιησούς, λέγει στον πλούσιο νεανίσκο ότι, δύσκολα οι άνθρωποι, αυτοί πού αγαπούν τα χρήματα, θα εισέλθουν στην βασιλεία του Θεού.
Οι αψευδείς λόγοι αυτοί του Θεανθρώπου Ιησού, που είπε «δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού», πρέπει να εγκεντρίσουν την ψυχή κάθε ανθρώπου προς έργα αγάπης και φιλανθρωπίας, προς έργα φιλαλληλίας και πάσης αγαθοεργίας, ευάρεστα στον Θεό.
Ο πλούσιος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής τηρούσε κατά γράμμα τις εντολές του νόμου και την εξωτερική λατρεία, δεν ηταν, όμως, φίλος της αγάπης, ήταν σκληρόκαρδος στις ανάγκες των πτωχών και των πονεμένων. Η αγάπη του προς τον υλικό πλούτο δεν τον άφηνε να σκεφτεί και τους ανθρώπους εκείνους που είχαν ανάγκη κάποιας βοήθειας.
Η εικόνα αυτή της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, του νεανίσκου πλούσιου, επαναλαμβάνεται, δυστυχώς, και στις μέρες μας· και σήμερα, σ ’αυτήν την παγκοσμιοποιημένη εποχή πού ζούμε, απουσιάζει ο ζήλος από τον άνθρωπο να δημιουργεί έργα αγάπης, έργα φιλανθρωπίας έργα φιλαλληλίας.
Πόσοι άνθρωποι, ενώ θέλουν και επιζητούν την αιώνιο βασιλεία των ουρανών, είναι προσκεκολημένοι μόνο στους τύπους και την εξωτερική λατρεία και δεν προσφέρουν αγάπη, δεν εργάζονται το αγαθό, δεν βοηθούν πτωχούς και πάσχοντας συνανθρώπους μας.
Πόσοι από τους έχοντες και κατέχοντες στην σημερινή εποχή, ανακουφίζουν τις ανάγκες των πτωχών, και πράττουν το ευαγγελικό «διάδος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν έν ουρανώ»;
Είναι γεγονός ότι, στις κοινωνίες μας και σήμερα υπάρχουν πολλοί αδελφοί μας πτωχοί όχι από οκνηρία ή από τεμπελιά ή από μοχθηρία ή από χρεοκοπία στην δουλεία τους, αλλά είναι πτωχοί είτε λόγω κάποιας ασθένειας σωματικής ή από έλλειψη εργασίας, και περιμένουν την υλική αλλά και την ηθική βοήθεια των πλουσίων.
Δυστυχώς, οι πλούσιοι αυτοί, ωσάν τον πλούσιο του σημερινού ευαγγελίου, μένουν ασυγκίνητοι στον πόνο και την δυστυχία του πτωχού, του αρρώστου, του πονεμένου, του πεινασμένου, του γυμνού, του φυλακισμένου, του πρόσφυγα, του κατατρεγμένου από την ζωή αυτή.
Υπάρχει, όμως, και η ομάδα των πλουσίων εκείνων που πολλές φορές ευεργετούν τους πτωχούς, όχι από αγάπη ευαγγελική, «διάδος πτωχοίς», όχι από αγάπη χριστιανική, αλλά χάριν επίδειξης, κενοδοξίας και υπερηφάνειας, προς «το θεαθήναι τοις ανθρώποις».
Οι πλούσιοι αυτοί δεν θα λάβουν καμία αμοιβή δια τις αγαθοεργίες τους παρά του μισθαποδότου Θεού· «Αμήν λέγω υμίν, απέχουσιν τον μισθόν αυτών».
Γεγονός είναι ότι, η αγάπη προς το χρήμα κάνει σκληρή την ψυχή του ανθρώπου, μέχρι σημείου που ο φιλοχρήματος να θεοποιεί το χρήμα, με αποτέλεσμα να χάνει την ψυχή του, να χάνει τελικά την βασιλεία των ουρανών· «δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν των ουρανών».
Αδελφοί μου αγαπητοί,
Δια να μη χάσουμε και εμείς την βασιλεία των ουρανών, ας εργαζόμαστε το αγαθό, το φιλάνθρωπο, το φιλάγαθο, το φιλόπτωχο και ας βοηθούμε εν λόγοις και έργοις τους πτωχούς και πάσχοντας αδελφούς μας· έτσι μόνο θα έχουμε αιώνιο και αναφέρετο θησαυρό εν ουρανώ. «Διάδος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ». ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Π
ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ 22.11.2009
«Τι ποιήσω, ότι ούκ έχω που συνάξω τους καρπούς μου»
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Στην σημερινή ευαγγελική περικοπή, ο Κύριος της αγάπης, ο χθές , και σήμερα ο αυτός και στους αιώνες, μας διδάσκει με την παραβολή του άφρονος πλουσίου, του ανθρώπου εκείνου πού ευτύχησε να ιδεί τους αγρούς του να αποδίδουν πλούσια παραγωγή, την πλεονεξία.
Ο πλεονέκτης αυτός άνθρωπος αντί να ευχαριστήσει τον Θεό για τα όσα αγαθά του έδωκε, και να χαίρεται ο ίδιος ότι, του δόθηκε η ευκαιρία να γίνει καλός οικονόμος των αγαθών του Θεού, αρχίζει να βασανίζεται το τι θα κάμει προκειμένου να διασφαλίσει την μεγάλη σοδιά του.
Σκέπτεται και συσκέπτεται και ερωτά τον εαυτό του, τι να κάμω, γιατί δεν έχω που να συνάξω όλη τη σοδιά μου, την οποία θέλω να είναι όλη δική μου, να την απολαύσω εγώ μόνο και κανένας άλλος.
Και ενώ βρίσκεται ο πλεονέκτης αυτός πλούσιος άνθρωπος σε αμηχανία το τι θα κάμει, βρίσκει μόνος του την λύση, και μονολογεί «Τούτο ποιήσω καθελώ μου τας αποθήκας, και μείζονας οικοδομήσω και συνάξω εκεί πάντα τα γενήματά μου και τα αγαθά μου και ερώ τη ψυχή μου, ψυχή έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου».
Με αυτό τον τρόπο, με αυτή την σκέψη μακάριζε ο δυστυχής και ταλαίπωρος άνθρωπος, τον εαυτό του και γεμάτος από χαρά φανταζόταν το, πόσο ωραία θα περάσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του εδώ κάτω στην γή.
Σε αυτή την εφορία, σε αυτή την ευχάριστη κατάσταση που βρίσκεται ο άνθρωπος αυτός ακούει μια φωνή, την φωνή του Θεού να του λέγει, άμυαλε και ανόητε άνθρωπε που στήριξες την ευτυχία σου και τα πλούτη σου μόνο στις απολαύσεις της κοιλιάς σου και νόμισες πως η μακροζωία σου εξαρτάται από τα πλούτη σου και όχι από εμέ ;
«Ταύτην τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σού , ά δε ητοίμασας, τίνι έσται»
Παράφρων , άνθρωπε, άπληστε και πλεονέκτη αυτή την στιγμή έρχονται να σου πάρουν την ψυχή σου, αυτή την στιγμή πεθαίνεις, και τώρα αυτά που ετοίμασες σε ποιό θα τα αφήσεις, πάνε τα πλούτη, πάνε οι σκέψεις χάνεται και πάει για πάντα το αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου.
Αυτό και μόνο κερδίζει ο άνθρωπος εκείνος, που ζεί, σκέπτεται και φροντίζει το πώς θα αποκτήσει γήϊνα αγαθά του κόσμου τούτου, πού σκέπτεται το πώς θα πλουτίσει με τα πρόσκαιρα υλικά αγαθά και δεν ζητά και δεν επιδιώκει να γεμίσει τις αποθήκες τις ψυχής του με πλούτη πνευματικά που είναι ατελείωτα, που είναι ουράνια, που είναι αγγελικά που είναι σωτήρια για την ταλαιπωρημένη ψυχή του.
Ο άνθρωπος όμως που ζεί και βιώνει την κατά Χριστό ζωή και εμπνέεται από την αγάπη του Χριστού «την πάντα νούν υπερέχουσα » κατά τον απόστολο Παύλο ερωτά και λέγει : τι ποιήσω, τι να κάμω και επάνω στην ερώτηση εκείνη οικοδομεί όλα τα έργα της αγάπης, της φιλανθρωπίας, της ελεημοσύνης και της αλληλεγγύης στον έχοντα την ανάγκη την βοήθειά του χωρίς μάλιστα να κάνει καμία διάκριση.
Τι ποιήσω ερωτά ο ευσεβής και καλοκάγαθος άνθρωπος και επί του ερωτήματος αυτού προσφέρει ανιδιοτελώς το δώρο της αγάπης του όπου και από όπου του ζητηθεί χωρίς να αναμένει ανταπόδοση καμιά.
Τι ποιήσω, ερωτά τον εαυτό του, ο αληθινός χριστιανός και πράττει όσα η Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού του παραγγέλλει στο άγιο Ευαγγέλιο, γιατί ο καλός και αγαθός άνθρωπος πιστεύει ότι, η αγάπη δια τον χριστιανό έχει απόλυτο αξία, όπως διακηρύττει ο θείος Παύλος «μείζων» και της πίστης και της ελπίδας η ΑΓΑΠΗ και η οποία ΑΓΑΠΗ «πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει, η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει».
Η Εκκλησία του Ναζωραίου Χριστού, ως Εκκλησία χάριτος και ελέους ορίζει ως βασικό καθήκον του ανθρώπου την ευεργετική δράση γιατί με αυτή ο άνθρωπος μιμείται και αντιγράφει τον ελεήμονα Θεό Με τίποτε άλλο δεν λατρεύεται ο Θεός όσο με την αγάπη, την ευσπλαχνία, την ελεημοσύνη, την φιλανθρωπία και τήν αλληλεγγύη.
Ο Θεός είναι Θεός της αγάπης της ευσπλαχνίας της ελεημοσύνης , της φιλανθρωπίας. και της αλληλεγγύης.
Ο Κύριος μας αντί όλων των ευεργεσιών, τις οποίες χορήγησε και χορηγεί στον κατ΄εικόνα Θεού άνθρωπο ζητεί από τους ανθρώπους της κάθε εποχής ένα και μόνο πράγμα την φιλανθρωπία «προ πάντων και αντί πάντων το φιλάνθρωπον» κατά τον Γρηγόριο τον Θεολόγο.
Ο Ιερός Χρυσόστομος με την σφοδρότητα του ύφους, που τον διακρίνει οσάκις προβάλλεται ως υπερασπιστής των πτωχών και αδυνάτων μας λέγει επιγραμματικά, «ονειδίζω την απανθρωπίαν ως ρίζαν κακίας και πάσης ασεβείας και επαινώ την φιλανθρωπίαν ως ρίζαν πάντων των αγαθών».
Αγαπητοί μου αδελφοί ,
Επειδή όλοι είμαστε αδελφοί, εν Χριστώ Ιησού και επειδή η Εκκλησία μας, η μία Αγία Καθολική και Αποστολική είναι Σώμα του Χριστού, κυρίως όμως επειδή ο Χριστός έπαθε επάνω στο Σταυρό, υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας , από άπειρο αγάπη προς πάντα άνθρωπο, η μεγάλη αρετή της αγάπης, η οποία εμπνέεται από την φιλοθεία, προβάλλει ως επιτακτικό καθήκον, ως μόνιμο και ανεξόφλητο χρέος παντός ανθρώπου.
Ως εκ τούτου του γεγονότος δεν πρέπει να διαφεύγει την σκέψη μας ότι, διά της αγάπης «λαμβάνει μεν ο πένης, δανείζεται δε ο Θεός, κυρίως όμως ο άνθρωπος μιμείται του Δεσπότου την ευσπλαχνίαν» και αποκτά την φιλάνθρωπο διάθεση προς τον «ομόδουλον» και συνεχίζει και αυτός κατά δύναμη το έργο του Φιλανθρώπου Θεού, όπως πολύ χαρακτηριστικά μας λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος.
Και ερωτάται ο άνθρωπος αυτής της συγχρόνου εποχής, η οποία διακρίνεται από τις ανθρώπινες θεωρίες, υπάρχει υψηλότερη και πνευματικότερη διατύπωσις και εφαρμογή της κοινωνικής αλληλεγγύης από αυτήν, την οποίαν διακηρύττει ο Θεάνθρωπος Ιησούς; Και καλεί όλους εμάς να γίνουμε φορείς αυτής της μεγάλης αγάπης , αυτής της μεγάλη αρετής της αλληλεγγύης.
Πολλάκις σήμερα γίνεται λόγος περί αλληλεγγύης , και ερωτάται ο νουνεχής άνθρωπος για ποία αλληλεγγύη γίνεται τόσος λόγος , δια την αλληλεγγύη της θεωρίας και του νόμου. Μα το Άγιο Ευαγγέλιο, ο Λόγος του Θεού μας λέγει ότι, ο πρώτος ο οποίος δίδαξε και διδάσκει ανά τους αιώνες κοινωνική αλληλεγγύη είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς.
Ο Μέγας Διδάσκαλος όλων των αιώνων, ο Κύριος της Δόξης Χριστός, στην σημερινή ευαγγελική περικοπή με τους αψευδής λόγους του καταδικάζει την πλεονεξία και καλεί τον άνθρωπο, τον άνθρωπο της κάθε εποχής και ιδιαιτέρα αυτής της εποχής να γίνει φορέας αγάπης και αλληλεγγύης.
Ω ! αδελφοί μου αγαπητοί,
Για να μην ακούσουμε και εμείς , ως ο άφρων πλούσιος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, το «άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, α δε ητοίμασας τίνι έσται», ας πράττουμε έργα αγάπης και φιλανθρωπίας έργα αλληλεγγύης ευάρεστα στον Θεό και ας μην καταναλίσκουμε τον χρόνο μας για τα πρόσκαιρα και μάταια υλικά αγαθά του κόσμου τούτου, «όπου σής και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορίσουσι και κλέπτουσι».
«Ο έχων ώτα ακούει ακουέτω» μας λέγει Κύριος ο Θεός στην σημερινή ευαγγελική περικοπή ΑΜΗΝ.
Ο.Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ 15.11.2009
«και επεμελήθη αυτού»
Ο Κύριος, αγαπητοί μου αδελφοί, στην σημερινή ευαγγελική περικοπή, την οποίαν ακούσαμε και είναι γνωστή ως η παραβολή του καλού Σαμαρείτη, αποκαλύπτει την αληθινή θρησκεία, την θρησκεία της αγάπης και της απολύτρωσης.
Η εξ αποκαλύψεως Θρησκεία του Ναζωραίου Χριστού δεν είναι θρησκεία των τύπων και των μεγαλοπρεπών θυσιών, δεν είναι θρησκεία εξωτερικής μόνο λατρείας, αλλά είναι θρησκεία αγάπης και αγαθότητας, είναι θρησκεία ανυπόκριτης ευσέβειας και έργων φιλανθρωπίας.
Ο Απόστολος Ιάκωβος μας λέγει: «θρησκεία καθαρή και αμόλυντη ενώπιον του Θεού Πατέρα είναι αυτή, να επισκέπτεται κανείς ορφανούς και χήρας στην θλίψη τους και να τηρεί τον εαυτό του αμόλυντο από τον κόσμο».
Αυτό το μεγαλείο διδάσκει ανά τους αιώνες η σημερινή ευαγγελική περικοπή της παραβολής του καλού Σαμαρείτη.
Κάποιος άνθρωπος, δυστυχώς, βρέθηκε αντιμέτωπος με μία ομάδα ληστών, οι οποίοι τον λήστεψαν, τον κακοποίησαν, τον πλήγωσαν και τον άφησαν μισοπεθαμένο στην μέση του δρόμου.
Ο δυστυχισμένος, ο κακοποιημένος, ο πληγωμένος, ο μισοπεθαμένος άνθρωπος μάτην ζητούσε βοήθεια, και σε αυτήν την απελπισία του κτυπιόταν και έκλαιγε δια την κατάστασή του.
Κανένας δεν περνούσε από εκείνο τον δρόμο· κατά σύμπτωση όμως την στιγμήν εκείνην πέρασαν από δίπλα του ένας ιερέας και ένας Λευΐτης, αλλά «αντιπαρήλθον» αδιάφοροι και ψυχροί προ μιας τέτοιας σκληρής κατάστασης.
Και οι άνθρωποι αυτοί ήταν υπηρέτες του Θεού, ήταν οι διδάσκαλοι και οι εφαρμοστές του Νόμου, του Μωσαϊκού νόμου, και το σπουδαιότερο, καθημερινά ανέβαιναν στο Ιερό δια να προσευχηθούν και να προσφέρουν θυσίες υλικές.
Η καρδιά όμως αυτών των ανθρώπων, αυτών των λειτουργών του Νόμου ήταν σκληρή και ασυγκίνητη· οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν μέσα τους ίχνος αγάπης και στα φοβερά παθήματα του αδελφού τους απομακρύνθηκαν, χωρίς να αισθανθούν καμία μα καμία θλίψη, κανένα πόνο, καμία τύψη στην συνείδηση τους.
Όμως ένας ξένος, ένας αλλόθρησκος, ένας Σαμαρείτης δεν αδιαφόρησε δια τον δυστυχισμένο άνθρωπο, δεν τον προσπέρασε, αλλά «προσελθών κατέδυσε τα τραύματα αυτού επιχέων έλαιον και οίνον».
Ο Καλός Σαμαρείτης τον πλησιάζει, ακούει τον πόνο του, και του παρέχει τις πρώτες βοήθειες, του καθαρίζει τις πληγές, του δίνει κουράγιο αγάπης και συμπαθείας.
Με αυτή την προσφορά της αγάπης, των οικτιρμών και του ελέους ο ξένος, ο Σαμαρείτης έδειξε την μεγάλη του ψυχή, έδειξε τα φιλάνθρωπα αισθήματά του, έδειξε όχι τους τύπους της λατρείας, αλλά έδειξε την καθαρή την αμόλυντο προσφορά προς τον πάσχοντα άνθρωπο.
Η ανιδιοτελής αγάπη του καλού Σαμαρείτη έφερε τον πάσχοντα άνθρωπο στο πανδοχείο «και επεμελήθη αυτού».
Ω! πράξις Ιερή, ω! πράξις αγάπης και ανιδιοτελούς προσφοράς προς τον πάσχοντα άνθρωπο - της οποίας καλούμαστε και εμείς σήμερα, αυτήν την εποχή της άρνησης και της ισοπέδωσης των πάντων που ζούμε - νὰ γίνουμε φορείς αγάπης και προσφοράς σ΄ αυτήν την πολυτραυματισμένη κοινωνία.
Καλούμαστε και εμείς να γίνουμε τραυματιοφορείς αγάπης ως ο καλός Σαμαρείτης, «επιχέοντες έλαιον και οίνον» στον πλησίον μας, στον αδελφό μας, ο οποίος επιζητά και θέλει την προσφορά μας.
Καλούμαστε να πλησιάσουμε και εμείς τον πληγωμένο αδελφό μας, και πολύ περισσότερο τον εχθρό μας, και να δείξουμε αγάπη, βοήθεια, συμπάθεια, φιλανθρωπία, έλεος και ευσπλαχνία. Καλούμαστε και εμείς να ακούσουμε τον πόνο του κάθε αδελφού μας, χωρίς να σκεπτόμαστε την ανταπόδοση· η ανταπόδοσις θα έλθει παρά του ελεούντος Θεού.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
η αγάπη είναι η πρώτη και κυρία του Κυρίου εντολή «ταύτα εντέλλομαι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους», λέγει στους Μαθητές του, και κατ΄επέκταση στους όπου γης Χριστιανούς, ο Θεάνθρωπος Ιησούς.
Η πραγματική αγάπη δεν είναι μόνο αγάπη την οποίαν εκφράζουν τα χείλη, αλλά πρέπει να είναι και αγάπη της καρδιάς και των έργων.
Η αγάπη - η οποία κατά τον Απόστολο των Εθνών Παύλο: «μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ούκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει, η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» - πρέπει να πηγάζει από την πίστη στον Θεάνθρωπο Ιησού· «δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου…και η πίστις άνευ των έργων νεκρά εστίν», μας λέγει ο Απόστολος Ιάκωβος.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
αν είμαστε ψυχροί και αδιάφοροι στις σωματικές και ηθικές πληγές των αδελφών μας, όπως ο Ιερεύς και ο Λευΐτης της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, θα τιμωρηθούμε από την θεία δικαιοσύνη και δεν θα τύχουμε της απείρου αγάπης του Πανοικτίρμονα Θεού και Πατρός.
Ας ομοιάσουμε, λοιπόν, και εμείς εκείνου του καλού Σαμαρείτη και ας βοηθούμε «εν έργοις και λόγοις» τους πάσχοντας αδελφούς μας με αγάπη αγνή, καθαρή και ανιδιοτελή, «επιχέοντες ἐλαιον και οίνον» γενόμενοι έτσι υιοί φωτός και κληρονόμοι της Ουρανίου Βασιλείας. ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ' ΛΟΥΚΑ 8.11.2009
«Η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην»
Αγαπητοί μου άδελφοί,
Δύο μεγάλα γεγονότα, δύο θαύματα μας καταγράφει στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς. Εκείνο της ανάστασης της κόρης του αρχισυναγώγου Ιαείρου και εκείνο της αιμορροούσης γυναίκας.
«Ο ετάζων καρδίας και νεφρούς και τα βάθη των ανθρώπων γιγνώσκον Κύριος» αφού ίδε την πίστη, τόσο του αρχισυναγώγου Ιαείρου, ο οποίος έχανε από στιγμή σε στιγμή το μονάκριβο παιδί του, όσο και την τόλμη της γυναίκας, που έπασχε δώδεκα χρόνια από συνεχείς αιμορραγίες, κάνει τα θαύματά του: ανασταίνει την κόρη του Ιαείρου και θεραπεύει την αιμοροούσα γυναίκα.
Αληθώς, μεγάλα τα της πίστεως κατορθώματα, αληθώς μεγάλα και θαυμαστά τα έργα της πίστης.
Ο αρχισυνάγωγος Ιάειρος ταπεινά, με δάκρυα στα μάτια, πλησιάζει και γονατίζει μπροστά στον αιώνιο διδάσκαλο και τον παρακαλεί, τον ικετεύει τον θερμοπαρακαλεί να του κάνει την τιμή να έλθει στο σπίτι του, γιατί η μονάκριβη κόρη του «ως ετών δώδεκα και αύτη απέθνησκε».
Και ο αρχηγός της ζωής και του θανάτου δέχεται την παράκληση του Αρχισυναγώγου Ιαείρου και οδηγείται στην οικία του. Καθ΄οδόν, όμως, έρχεται κάποιος και λέγει στον αρχισυνάγωγο «ότι τέθνηκεν η θυγάτηρ σου, μη σκύλε τον Διδάσκαλον»· και ο Κύριος λέγει «μη φοβού, μόνο πίστευε και σωθήσεται».
Και ώ του θαύματος, ο Κύριος «κρατήσας της χειρός αυτής εφώνησε λέγων: η παίς εγείρου», και αμἐσως «επέστρεψε το πνεύμα αυτής» και της είπε να φάει φαγητό, «και διέταξεν αυτή φαγείν».
Η αιμορροούσα δε γυναίκα τρέχει οπίσω από τον Μέγα Ιατρό της ψυχής και του σώματος, τον των όλων Κύριο και με τόλμη πολλή αγγίζει το άκρο του ιματίου Αυτού, και αμέσως θεραπεύεται η ταλαιπωρημένη επί δέκα και δύο έτη γυναίκα από την μάστιγά της: «και παραχρήμα έστι η ρύσις του αίματος αυτής»· και ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού λέγει στην προ ολίγο βασανισμένη και πονεμένη γυναίκα: «θάρσει θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε πορεύου εις ειρήνην».
Έτσι, με την θερμή πίστη έγιναν δύο μεγάλα θαύματα, τα οποία μας εξ ιστόρισε η σημερινή ευαγγελική περικοπή, και καλούμαστε εμείς σήμερα να αντλήσουμε εκείνες τις δυνάμεις τις πνευματικές, ώστε να πιστέψουμε ακράδαντα ότι ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού είναι ο Σωτήρας και Λυτρωτής μας, και ότι ήλθε στον κόσμο από άπειρο αγάπη προς πάντα άνθρωπο.
Είναι γεγονός ότι η πίστις στον Κύριο της Δόξης Χριστό είναι απαραίτητος όρος κάθε γενναίας πράξης, η οποία πρέπει να συνοδεύει τη ζωή του Χριστιανού, και η οποία σκοπό έχει την σωτηρία της ταλαιπωρημένης ψυχής μας από τους τριβόλους και τις παγίδες.
Η πίστη είναι δώρο Θεού προς τον άνθρωπο, διότι οι χριστιανικές αλήθειες φανερώθηκαν στους ανθρώπους από τον Ιησού Χριστό, ο οποίος εκουσίως «έκλινε ουρανούς» και ήλθε στην γη και έλαβε μορφή δούλου «ἐν ομοιώματι ανθρώπου γενόμενος», δια να σώσει τους ανθρώπους από την αμαρτία και τον αιώνιο θάνατο, την αιωνία καταδίκη· και κατά τους αψευδείς λόγους Του:
«ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται», μας λέγει ρητά και κατηγορηματικά ο των όλων Κύριος.
Αγαπητοἰ μου αδελφοί, εμείς σήμερα έχουμε την πίστη του Αρχισυναγώγου Ιαείρου και της αιμορροούσης γυναικός; Με άλλα λόγια, έχουμε ζώσα πίστη, την οποία απαιτεί από εμάς ο Κύριος και Θεός μας; ή έχουμε πίστη χλιαρή, πίστη ψυχρή, πίστη εύκολα κλονιζομένη από τις διάφορες θεωρίες του κόσμου τούτου;
Δυστυχώς, η πίστις μας σήμερα είναι χλιαρή, είναι ψυχρή, και εύκολα κλονίζεται από τα νέα ρεύματα αυτής της παγκοσμιοποιημένης εποχής και δεν έχουμε την τόλμη, όπως είχε η αιμορροούσα γυναίκα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, να πλησιάσουμε τα κράσπεδα της στρατευομένης του Χριστού Εκκλησίας και εκεί κάτω από το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολόγησης να ακούσουμε και εμείς: «η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην», και να αναστηθούμε ως η θυγάτηρ του Αρχισυναγώγου Ιαείρου από τον πνευματικό θάνατο.
Αδελφοί μου, μόνο η θερμή πίστις προς το Εσφαγμένο αρνίο της Αποκαλύψεως φέρει τα μεγάλα κατορθώματα και τις μεγάλες πράξεις στην επι γής ζωής μας, τα οποία θα μας ακολουθήσουν στην αιώνιο ζωή και βασιλεία των ουρανών. ΑΜΗΝ.
Ο.Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΛΟΥΚΑ 1.11.2009
«και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται».
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας παρουσιάζει, δια στόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δύο διαφορετικούς ανθρώπους στην κοινωνική τους ζωή. Έναν πλούσιο, χωρίς όνομα, και έναν φτωχό ονόματι Λάζαρο.
Ο Πλούσιος, πορφυρογέννητος και σαρκικός άνθρωπος, ζούσε μέσα στη χλιδή, μέσα στα πλούτη του κόσμου τούτου. Είχε σε αφθονία όλα τα αγαθά: σπίτια πολυώροφα και πολυτελή, πλούσια τραπέζια γεμάτα με ποικίλες απολαύσεις, καθημερινές διασκεδάσεις, πού έκαναν την ζωή του ευχάριστη. «Ευφραινόμενος καθ΄ ημέραν λαμπρώς», ποτέ του δεν είχε αρρωστήσει και δεν είχε ταλαιπωρηθεί ποτέ από καμία δυσκολία· δι αυτόν όλα ήταν ευχάριστα.
Η ζωή του ανθρώπου αυτού ήταν ζωή χαράς και ευτυχίας.
Ο φτωχός Λάζαρος, όμως, δεν είχε πού «την κεφαλήν κλίνει»: χωρίς σπίτι, άρρωστος, πονεμένος, ταλαιπωρημένος, πεινασμένος, διψασμένος προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν κάτω από το τραπέζι του πλουσίου, μα πολλές φορές και αυτά δεν τα έβρισκε, γιατί οι σκύλοι τα μάζευαν πιό γρήγορα.
Το χειρότερο ήταν, δια τον πτωχό Λάζαρο, η περιφρόνηση από τους ανθρώπους, οι οποίοι τον θεωρούσαν ως το ακάθαρτο και μιαρό ζώο, και έτσι καθημερινά τον βασάνιζαν τα πελώρια κύματα της απονιάς και της δυστυχίας του κόσμου τούτου.
Οποία, αληθινά, κοινωνική αντίθεση μεταξύ των δύο αυτών ανθρώπων!
Η κοινωνική αυτή αντίθεση των δύο αυτών ανθρώπων στην παρούσα ζωή, άλλαξε και αντιστράφηκαν οι όροι και στους δύο, όταν ο θάνατος ήλθε αιφνίδιος, «εν ριπή οφθαλμού».
Και ο φτωχός Λάζαρος πέθανε και οι Άγιοι Άγγελοι του Θεού τον ωδήγησαν στους κόλπους του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στην αιώνια δηλαδή χαρά και δόξα και μακαριότητα, εκεί πού δεν υπάρχει ούτε πόνος, ούτε λύπη, ούτε στεναγμός, αλλά ζωή πού δεν έχει τέλος: «ένθα ουκ έστι πόνος, ού λύπη ού στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος», κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό.
Πέθανε και ο Πλούσιος και ετάφη. Πού; στον ζόφο του Άδη. Εκεί πονά, φλέγεται, διψά, δεν βρίσκει ανάπαυση καμιά το άλλοτε πορφυρογέννητο σώμα του και το σπουδαιότερο και φοβερότερο, δεν υπάρχει πλέον δι΄ αυτόν καμία ελπίδα, καμία ακτίνα μεταβολής της κατάστασής του, διότι «εν τω Άδη ούκ έστι μετάνοια».
Εκεί, στο ζόφο του Άδη, ο Πλούσιος στην δίψα του, τους πόνους και τα βάσανά του, από μακριά βλέπει τον Αβραάμ, και τον Λάζαρο να απολαμβάνει τα της μακαρίας ζωής, και παρακαλεί και φωνάζει: «Πάτερ Αβραάμ, ελέησέ με και στείλε τον Λάζαρο να βουτήξει το άκρο του δακτύλου του σε νερό και να δροσίσει την γλώσσα μου, διότι υποφέρω μέσα σ΄ αυτή την φλόγα». Και ο Αβραάμ του υπενθυμίζει την επί γής άσωτη ζωή του λέγοντας: «Παιδί μου, θυμήσου ότι συ απήλαυσες τα αγαθά σου στην ζωή σου, όπως και ο Λάζαρος τα κακά. Τώρα, όμως, αυτός εδώ παρηγορείται και εσύ υποφέρεις. Άλλωστε, «και επί πάσι τούτοις, μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται», και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να περάσει κανείς από το ένα μέρος στο άλλο: «Όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν».
Αδελφοί μου,
«Χάσμα μέγα», χάσμα μεγάλο υπάρχει μεταξύ αιωνίου ζωής και αιωνίου κολάσεως.
Εάν η ζωή του ανθρώπου περιωρίζετο μέχρι του τάφου, τότε ο άνθρωπος θα ήτο δυστυχισμένος και οδυνόμενος, όπως ο πλούσιος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής. Αλλ΄ όμως, ο Θεός Πατέρας έπλασε τον άνθρωπο κατ΄εικόνα και ομοίωσή Του και ως εκ τούτου ο άνθρωπος γεννήθηκε δια την αθανασία, την αφθαρσία και την αιωνιότητα, την αιώνια δόξα και ευτυχία, «ο θεός έκτισε τον άνθρωπον επ΄αφθαρσία».
Η παρούσα ζωή, μας διδάσκει η σημερινή ευαγγελική περικοπή, κατά τους αψευδείς λόγους του Σωτήρος Χριστού, είναι δρόμος προπαρασκευής και προετοιμασίας δια την μέλλουσα ζωή, δια την πέρα του τάφου ζωή και επομένως χρειάζεται αγώνας κατά της αμαρτίας και του αιωνίου θανάτου, αγώνας κατά τας αρχάς και εξουσίας του κόσμου τούτου.
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήλθε, δίδαξε και έπαθε - ο απαθής την Θεότητα - επάνω στο Σταυρό Του, δια να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και τον αιώνιο θάνατο. «Επεφάνη η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις», βροντοφωνεί ο Απόστολος των Εθνών, ο θείος Παύλος.
Ο άνθρωπος με την πίστη του στον Κύριο της δόξης Χριστό γίνεται μέτοχος των αιωνίων δωρεών του Θεού και εισέρχεται στην Βασιλεία των Ουρανών, στην αιώνιο ζωή και θεία μακαριότητα, ως ο Λάζαρος, ενώ μακριά από τον Θεό και εργαζόμενος τα έργα του διαβόλου, τα έργα του σκότους, βρίσκεται, ως ο Πλούσιος, εν τη φλογί, οδυνόμενος στο σκότος το εξώτερο.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ο χρόνος αδυσώπητος, σκληρός, άκαμπτος παρέρχεται ως αστραπή και εμείς γρήγορα ή αργά θα φύγουμε δια το αιώνιο ταξείδι, το οποίο δεν έχει επιστροφή. Επομένως, στην βραχεία αυτή οδοιπορία της ζωής μας εδώ στη γή, πρέπει να αποκτήσουμε τα αναγκαία ηθικά εκείνα κεφάλαια και εφόδια, και ως οι φρόνιμες Παρθένες του Ευαγγελίου, να έχουμε τον νόμο του Αγίου Θεού «λύχνον τοις ποσί και φώς ταις τρίβοις ημών», και να πράττουμε έργα αγαθά, έργα σωτήρια προς ωφέλεια αυτής της ιδίας της ψυχής μας.
Η Σοφία του Θεού έχει προσδιορίσει τον χρόνο της επί γής ζωής μας και, επομένως, εμείς οφείλουμε να τρέξουμε τον προκείμενο αγώνα, και τούτο διότι ο χρόνος της παρούσης ζωής είναι της χάριτος και της αγαθότητας· ο μετά θάνατον χρόνος είναι χρόνος κρίσεως και ανταπόδοσης.
Η ζωή εδώ στη γή δεν είναι αυτοσκοπός, είναι προετοιμασία· δεν είναι τέρμα, είναι οδοιπορία· δεν είναι λιμάνι, είναι ταξείδι, είναι γυμναστήριο πνευματικών αγώνων και πρέπει να αγωνιστούμε τον ευγενή της αρετής αγώνα πιστώς και ευσυνειδήτως, δια να λάβουμε την ημέρα εκείνη την μεγάλη και φωταυγή, την ημέρα της κρίσεως, το αμαράντινο της δικαιοσύνης στεφάνι παρά του αθλοθέτου Μεγάλου Κριτού, οταν καθίση επί θρόνου δόξης, ίνα κρίνη ζώντας και νεκρούς.
Ο πτωχός Λάζαρος αγωνίστηκε, υπέφερε, υπέμεινε αγόγγυστα τις θλίψεις της ζωής· όμως, ευχαριστούσε πάντοτε τον Θεό, και δια τούτο μετά θάνατον οι άγγελοι τον ωδήγησαν στους κόλπους του Αβραάμ, στον Παράδεισο.
Ας πιστέψουμε, λοιπόν, στον Κύριο της δόξης Χριστό - ο Οποίος είναι χθές και σήμερα ο Αυτός και στους αιώνας - και ας μην αναβάλουμε τον αγώνα μας τον πνευματικό δια την αύριο, διότι ο θάνατος έρχεται αιφνίδιος, οπότε θα κλεισθεί η θύρα και τότε θα μείνουμε έξω του νυμφώνος Χριστού, ως οι μωρές εκείνες Παρθένες.
Είθε, αδελφοί μου πεφιλημένοι, η χάρις του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού να μας φωτίσει και να μας θερμάνει με το ανέσπερο φως της Αναστάσεώς Του, ώστε να πράττουμε έργα αγαθά, έργα αγάπης, έργα σωτήρια, δια να μεταφερθεί η ψυχής μας, ως του Λαζάρου, υπό των Αγγέλων στους κόλπους του Αβραάμ. ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΛΟΥΚΑ 25.10.2009
«Εδέετο δε αυτού ο ανήρ, αφ΄ού εξεληλήθει τα δαιμόνια, είναι συν αυτώ»
Σκληρή και τρομερή συνάμα εικόνα μας καταγράφει στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα ο Απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς. Μας λέγει για ένα δυστυχισμένο άνθρωπο «ός είχε δαιμόνια εκ χρόνου ικανού».
Η κατάσταση του δυστυχισμένου αυτού ανθρώπου της πόλεως των Γαδαρηνών, ηταν απαίσια, ελεεινή και μάλιστα προκαλούσε τον φόβο και τον τρόμο στους συμπατριώτες του.
Και ο λόγος αυτής της κατάντιας του ταλαιπωρημένου ανθρώπου ήταν η δαιμονική ενέργεια, η οποία τον είχε κυριεύσει. Ο δαιμονιζόμενος ήταν γυμνός, για κατοικία είχε τα μνήματα, έσπαγε τα δεσμά με τα οποία ήταν δεμένος και γύριζε από εδώ και από εκεί, χωρίς πουθενά να βρίσκει την ηρεμία του.
Ο δυστυχισμένος και ταλαιπωρημένος αυτός άνθρωπος ήταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. Βεβαίως, ο άνθρωπος αυτός κάτω από την κυριαρχία του φοβερού και αοράτου εχθρού δεν είχε συναίσθηση της αθλίας του κατάστασης και καταντούσε χειρότερος από τους χοίρους.
Το λογικό του είχε σκοτιστεί από τον αρχηγό του σκότους, τον Διάβολο και η καρδιά του δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το μέγεθος του κακού που άθελά της διέπραττε ημέρα και νύκτα.
Η παρουσία του Θεανθρώπου Ιησού ηταν σωτήριος για τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο από τις ενέργειες του αρχηγού της ανταρσίας και του κακού. Ο Κύριος, ο οποίος ήλθε να καταλύσει τα έργα του Σατανά και να διαλύσει το κράτος και την ισχύ του, θεραπεύει τον δυστυχή άνθρωπο· «παρήγγειλε γάρ τω πνεύματι τω ακαθάρτω εξελθείν από του ανθρώπου».
Ο Κύριος του ουρανού και της γης με ένα λόγο Του διατάζει τα δαιμόνια να εξέλθουν από τον κατ΄ εικόνα Θεού άνθρωπο και να εισέλθουν στο κοπάδι των εκεί βοσκομένων παρανόμως χοίρων, και αυτοί ώρμησαν στους κρημνούς και επνίγηκαν στην θάλασσα.
Και ώ του θαύματος! ο προ ολίγου γυμνός και με αλυσίδες δεμένος, τώρα ειναι ήρεμος, κοινωνικός, αγαθός και ευγνώμων και γίνεται κήρυκας των μεγάλων ευεργεσιών του Θεού προς αυτόν.
Ο άλλοτε δούλος των δαιμόνων και γυμνός στην ψυχή και το σώμα, απαίσιος στην μορφή και τις πράξεις και συνάμα επιθετικός στους πάντες, αποβαίνει σώφρων, λογικός και καθαρός στην καρδιά και μάλιστα, καθήμενος «παρά τους πόδας του Ιησού», παρακαλεί τον Σωτήρα Του να μείνει πάντοτε μετ’Αυτού: «εδέετο δε αυτού ο ανήρ, παρ΄ού τα δαιμόνια, είναι συν αυτώ».
Να, οποία μεταβολή ριζική στον άνθρωπο φέρνει η δύναμις και η χάρις του Ιησού Χριστού. Ο άνθρωπος δια Ιησού Χριστού μεταμορφώνεται, ηρεμεί, βρίσκει τον αληθινό δρόμο της σωτηρίας του, με άλλα λόγια αναγεννάται πνευματικά και γίνεται Χριστοφόρος και Θεοφόρος.
Ο άνθρωπος, ο οποίος πιστεύει στον Κύριο της Δόξης Χριστό, γίνεται αληθινά κατά χάρη παιδί του Θεού Πατέρα και είναι φίλος και αδελφός του Ιησού Χριστού, ο οποίος «μορφήν δούλου λαβών εν ομοιώματι ανθρώπου γεγόμενος», ήλθε στην γή για να χύσει το σωτήριο αίμα Του, «δια την του κόσμου ζωήν και σωτηρίαν», για να ξαναβρεί ο πληγωθείς υπό του Διαβόλου άνθρωπος την σωτηρία της ταλαιπωρημένης ψυχής του.
Δια τούτο, πάντοτε ο ευσεβής, φιλόθεος και φιλόχριστος άνθρωπος, φωτιζόμενος με την ιερή και ανυπόκριτο προσευχή και με την μελέτη του Θείου λόγου, πάντοτε και πανταχού υμνεί και δοξολογεί τον Τριαδικό Θεό και ομολογεί Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα, Τριάδα Ομοούσιο και αχώριστο.
Η ψυχή του ανθρώπου αυτού θερμαίνεται και αγιάζεται από την αγάπη του Θεού Πατρός εντός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, την μόνη πηγή της σωτηρίας, την Οποίαν ίδρυσε ο Θεάνθρωπος Ιησούς και η Οποία με την χάρη του Παναγίου Πνεύματος τελειεί τον άνθρωπο «εις άνδρα τέλειον».
Ο χριστιανός άνθρωπος, ο οποίος με την θέλησή του συμφιλιώνεται με το Θεό της ειρήνης, του ελέους, των οικτιρμών και της αγάπης, βρίσκει την ειρήνη της ψυχής του, την ανεκλάλητο ευφροσύνη της μακαρίας ελπίδας του, την γαλήνη των λογισμών του, μόνο στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα, παρά του Οποίου «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειο».
Να, γιατί ο θεραπευθείς δαιμονιζόμενος της σημερινής Ευαγγελικής Περικοπής δεν θέλει να απομακρυνθεί από τον Θεάνθρωπο Ιησού, τον Σωτήρα και Λυτρωτή του και «εδέετο δε αυτού ο ανήρ, αφ΄ού εξεληλύθει τα δαιμόνια, είναι συν αυτώ», γιατί μόνο εκείνος πού μένει κοντά στον Χριστό, βρίσκει την σωτηρία της ψυχής του, βρίσκει το Φώς που τον φωτίζει, βρίσκει την Αλήθεια την πραγματική, βρίσκει Ζωή την αιώνιο.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ο αμαρτωλός άνθρωπος, που ζεί και κινείται μακριά από τον Θεό, είναι γυμνός της χάριτος και της αρετής του Θεού και περνά την ζωή του στα μνήματα και τις ερήμους, γυμνός και δεμένος από τις αμαρτίες και τα πάθη, όπως ακριβώς ο δαιμονιζόμενος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.
Ο ευσεβής, όμως, άνθρωπος, πού μένει κοντά στον Χριστό, αυξάνει και ενδυναμώνεται στα έργα της αγάπης και απολαμβάνει των ευλογιών του Θεού εδώ στην γή, αλλά και συγχρόνως προγεύεται και της αιωνίου και ανεκλαλήτου ζωής, την οποίαν «ητοίμασεν ο Κύριος τοις αγαπώσιν Αυτόν».
Δια τούτο, αδελφοί μου, τώρα πού έχουμε ακόμη χρόνο, Κύριος οιδε, ο Κύριος γνωρίζει, ας αποφεύγουμε με την χάρη του Αγίου Πνεύματος την «ευπερίστατο» αμαρτία και ας πράττουμε έργα ευσεβείας, αρετής και αγάπης, ευάρεστα στον Θεό, τρέχοντες τον προκείμενο αγώνα, προς ωφέλεια της ψυχής μας. ΑΜΗΝ.
Ο.Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ 18-10-2009, ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ, ΕΝΔΟΞΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΛΟΥΚΑ
«Βλέπετε ουν πῶς ακριβώς περιπατείτε, μη ως άσοφοι αλλ΄ ως σοφοί εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισί».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Θεόπνευστα λόγια απευθύνει ο Απόστολος Παύλος προς τους Εφεσίους και τους λέγει με πόνο ψυχής: προσέχετε, λοιπόν, πῶς ακριβώς φέρεσθε, όχι ως άσοφοι αλλ΄ όπως οι σοφοί, επωφελούμενοι του χρόνου, διότι οι μέρες είναι πονηρές.
Ο Κύριός μας κατά την επίγειο ζωή του εργάστηκε πάντοτε το αγαθό, προκειμένου ο άνθρωπος να κερδίσει τον χρόνο και να βρεί την αιώνιο ζωή και βασιλεία. Ο χρόνος της επί γής παρουσίας του Θεανθρώπου Ιησού ήταν χρόνος πλήρης διδασκαλίας και ευεργεσίας προς πάντα άνθρωπο, ήταν ημέρα σωτηρίας δια τον άνθρωπο της κάθε εποχής:
«Εμε δεί εργάζεσθαι τά έργα του πέμψαντός με Πατρός, έως ημέραν εστί».
΄Εργα ζητά ο των όλων Κύριος από τον άνθρωπο, έργα αγάπης, έργα προσφοράς.
Και γεννάται το ερώτημα: ο κατ΄ εικόνα Θεού άνθρωπος, εργάζεται το αγαθό, εργάζεται το καλό, προσφέρει αγάπη Χριστού στον συνάνθρωπό του ή είναι αφοσιωμένος στα πρόσκαιρα και μάταια του κόσμου τούτου αγαθά και προσβλέπει μόνο στον εαυτό του, στο εγώ του και δεν ενδιαφέρεται δια τίποτε άλλο;
Ο άνθρωπος που δεν εργάζεται τα έργα του φωτός, τα έργα του Θεού, αλλά εργάζεται και επιδιώκει τα έργα του σκότους, ματαιοπονεί και χάνει την ψυχή του, τυφλώνεται πνευματικά και γίνεται δούλος της αμαρτίας.
Ο άνθρωπος αυτός σπαταλά τον πολύτιμο χρόνο του άσκοπα και μάλιστα δεν θέλει να κατανοήσει και να πιστέψει ότι «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος εστί», θάνατος πνευματικός πού είναι ο χωρισμός του από τον Θεό Πατέρα.
Η εργασία δια τον άνθρωπο αυτόν είναι, νομίζει και πιστεύει, έργο ζωής και τίποτε άλλο· «όμως έρχεται νύξ, ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι».
΄Ερχεται νύκτα, και τότε κανείς δεν θα μπορέσει να βαδίσει τον δρόμο της αρετής και του καθήκοντος, κανείς δεν θα μπορέσει να εργαστεί ηθικά και να σωθεί.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Είναι γεγονός ότι το παρελθόν έφυγε, το μέλλον είναι άγνωστο και μόνο το παρόν είναι στα χέρια μας. Αν λοιπόν αφήνουμε το παρόν και αναβάλουμε την σωτηρία της ψυχής μας στο άγνωστο και σκοτεινό μέλλον, τότε θα ομοιάσουμε με τον παράφρονα του ευαγγελίου και θα ακούσουμε το: «ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, ά δε ητοίμασας τινι έσται;».
Ανάγκη είναι, λοιπόν, να χρησιμοποιήσουμε τον πολύτιμο τούτο χρόνο μας δια να ωφεληθούμε ηθικά, να καλλιεργήσουμε την ψυχή μας και να γίνει γεώργιο του Θεού, να γίνει ψυχή καθαρή, ψυχή αγνή, ψυχή δοσμένη στον Θεό Πατέρα.
Βεβαίως, οφείλουμε να εργαζόμαστε και σωματικά και να κερδίζουμε τα προς το ζείν, και τούτο γιατί η εργασία συντελεί στην πρόοδό μας και την ηθική μας ανεξαρτησία· ο Απόστολος Παύλος μας λέγει χαρακτηριστικά: «εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι μηδὲ ἐσθιέτω».
Επομένως, η ευλογημένη παρά Κυρίου σωματική εργασία μας δια τα προς το ζείν δεν μας εμποδίζει να εργαζόμαστε παράλληλα και δια την ηθική και πνευματική ωφέλεια και σωτηρία της ψυχής μας.
Ο αληθινός Χριστιανός, ο οποίος πιστεύει στον Κύριο της δόξης Χριστό, δεν σπαταλά μάταια τον χρόνο της ζωής του, αλλά εργάζεται, μοχθεί και κοπιάζει δια την σωτηρία της ψυχής του, εκτελεί το θέλημα του Θεού Πατρός και εργάζεται προς δόξαν Θεού». Εμε δεί εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με Πατρός, έως ημέρα εστίν».
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εν λόγοις και έργοις έγινε υπηρέτης ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους και μας έσωσε από την πλάνη της αμαρτίας· «διήλθεν ευεργετών», όπως μας καταγράφει στο Θεόπνευστο Ευαγγέλιό του ο σήμερα εορταζόμενος υπό της Εκκλησίας μας ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, ήταν ειδωλολάτρης και έγινε Χριστιανός αφού άκουσε τον Θείο Παύλο, τον οποίο και ακολούθησε στο μέγα και σωτήριο έργο του και έγινε συνεργός αυτού καθ΄όλη την δευτέρα αποστολική περιοδεία του.
Ο Λουκάς έγραψε το τρίτο κατά σειρά ευαγγέλιο, καθώς και τις πράξεις των αποστόλων. Το Ευαγγέλιό του περιέχει πολύτιμες πληροφορίες περί του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, της συλλήψεως και της γεννήσεως του Ιωάννου του Προδρόμου, και της Γεννήσεως του Σωτήρος Χριστού, της Περιτομής αυτού, και της Υπαπαντής, και άλλες πληροφορίες δια την ζωή και το απολυτρωτικό έργο του Σωτήρος Χριστού. Στις πράξεις δε καταγράφει σε είκοσι οκτώ κεφάλαια την ζωή της πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας και την εξάπλωσή της.
Ο Θεηγόρος Λουκᾶς δεν υπήρξε ένας εκ των Δώδεκα Αποστόλων, όμως έδρασε ως Απόστολος όσον ολίγοι εκ των δώδεκα και έγινε ο διαπρύσιος κήρυκας του Σωτήρος Χριστού και της επι γής στρατευομένης Εκκλησίας Του.
Δικαίως λοιπόν η επί γής στρατευομένη του Χριστού Εκκλησία ψάλλει σήμερα μετά του υμνωδού:
Τί σε ὀνομάσω Ἀπόστολε; οὐρανόν, ὅτι τὴν δόξαν διηγήσω τοῦ Θεοῦ· ἀστραπήν, ὅτι τὸν κόσμον καταυγάζεις φωτισμῷ· νεφέλην, ἐπομβροῦσαν θεῖα νάματα· κρατῆρα, τῆς σοφίας ἐνθεώτατον, οἶνον ἡμῖν ἀναβρύοντα, τὸν τὰς καρδίας εὐφραίνοντα. Ἱκέτευε, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Αδελφοί μου αγαπητοί,
δεν έχουμε άλλο και εμείς, παρά να μιμηθούμε το έργο και την ζωή του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά και ακούοντες τους λόγους του ουρανοβάμονος θείου Παύλου: «μη γίνεσθε άφρονες, αλλά συνιέντες τί το θέλημα του Κυρίου», να ζούμε, να κινούμαστε και να υπάρχουμε εν Χριστώ Ιησού, του Οποίου η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. ΑΜΗΝ. Ο Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ 11.10.2009
«Και έτερον έπεσεν επί την γην την αγαθήν και εποίησεν καρπόν εκατονταπλασίονα».
Ο Κύριος, αγαπητοί μου αδελφοί, δια της ωραίας παραβολής του σπορέως την οποίαν ακούσαμε σήμερα στο ευαγγελικό ανάγνωσμα ερμηνεύει στους αγίους μαθητές και αποστόλους Του και συγχρόνως διδάσκει, σαφώς και καθαρά, τα αίτια της ακαρπίας αφ΄ενός του θείου λόγου και αφ΄ετέρου την θαυμαστή και καρποφόρα δύναμη του λόγου του Θεού στις ψυχές των ανθρώπων.
Ο λόγος του Θεού, το θείο κήρυγμα ομοιάζει με τον σπόρο του σιταριού ,ο οποίος σπόρος του σιταριού ρίπτεται στη γη και αναλόγως των διαφόρων συνθηκών ξηρένεται και καταστρέφεται ή ριζώνει, βλαστάνει, αυξάνει και καρποφορεί.
Και ο λόγος του Θεού – ο σωτήριος πάσιν ανθρώποις – αναλόγως με την ψυχική κατάσταση του κάθε ανθρώπου είτε αποβάλλεται, είτε αυξάνεται και καρποφορεί.
Ο λόγος του Θεού κατ΄εντολή του Μεγάλου Διδασκάλου, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κηρύχθηκε παντού , «εν όλω τω κόσμω» και σαγήνευσε ψυχές ανθρώπων και βλάστησαν τα ωραία και ευώδη άνθη των αρετών τα οποία στόλισαν και στολίζουν την επί γης στρατευομένη του Χριστού Εκκλησία. Διά του Θείου λόγου σαγηνεύτηκε ο αρχαίος κόσμος, «ο καθήμενος εν σκότει και σκιά θανάτου» και ανέβλεψε και είδε το φως το αληθινό, το οποίο φώτισε το σκοτισμένο νουν του και έδωσε νέα ζωή στον κατ΄εικόνα Θεού άνθρωπο.
Δια του Θείου λόγου οι άνθρωποι μορφώθηκαν, αναγεννήθηκαν και έγιναν «ισχυροί εν πολέμω, παρεμβολάς έκλιναν αλλοτρίων» και βρήκαν το φως, την αλήθεια, την ζωή, την σωτηρία της ψυχής τους. Δια του Θείου λόγου οι άνθρωποι φωτιζόμενοι εγκατέλειψαν και μίσησαν τα είδωλα, τα πάθη ,τις ηδονές, τις επιθυμίες του μάταιου τούτου κόσμου και αγάπησαν την πίστη, την αγάπη την ελπίδα και έγιναν αληθινοί μαθητές του Σταυρωμένου και Αναστημένου Ιησού Χριστού.
Αληθινά πόση δύναμη έχει ο λόγος του Θεού, ο οποίος είναι χθές και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας και ο οποίος διέρρηξε και διαρρηγνύει και σήμερα όλους τους υλικούς λογισμούς των ανθρώπων και συντρίβει τις πετρώδεις των αμαρτωλών καρδιές και τις οδηγεί σε μετάνοια και σωτηρία των ψυχών τους.
Ο λόγος του Θεού, λέγει ο θείος των Εθνών Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή του, « είναι ζωντανός και δραστικός και κοπτερώτερος από κάθε δίκοπο μαχαίρι και εισχωρεί βαθειά μέχρι χωρισμού ψυχής και σώματος, αρθρώσεων και μυελών και κρίνει συλλογισμούς και προθέσεις της καρδιάς και δεν υπάρχει δημιούργημα που να του είναι κρυμμένο, αλλά είναι όλα γυμνά και φανερά στα μάτια του, προς τον οποίον έχουμε να δώσουμε λόγον.»
Ο Θείος λόγος είναι η αποκάλυψη του αγίου θελήματος του Θεού Πατρός των Φώτων και η διδασκαλία, την οποία ο Μονογενής Υιός του Θεού έφερε στον κόσμο και η οποία καθαρή και αμόλυντος σπείρεται υπό της θεοσυστάτου Εκκλησίας στις ψυχές των ανθρώπων.
Ο λόγος του Θεού είναι γραπτός στην αγία Γραφή και άγραφος ως ιερά Παράδοση, η οποία Ιερά Παράδοση είναι ισότιμος, ισόκυρος, ισοδύναμος και ισοστάσιος της Αγίας Γραφής και η οποία παρεδώθηκε στην Εκκλησία υπό των αγίων Αποστόλων και των Πατέρων, των οποίων την μνήμη σήμερα η εκκλησία μας εορτάζει με ύμνους και ώδες πνευματικές και ψάλλει,- των αγίων Πατέρων ο χορός, τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου, τα μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου, αστέρες πολύφωτοι του νοητού στερεώματος, Νικαίας το καύχημα και Οικουμένης το αγλάισμα.
Δυστυχώς, σήμερα ο λόγος του Θεού δεν φέρει τους ωραίους και ευχύμους καρπούς των χριστιανικών αρετών και δεν ριζώνει στις ψυχές των ανθρώπων της συγχρόνου κοινωνίας και να βλαστήσει, να αυξηθεί και να καρποφορήσει καρπό εκατονταπλασίονα.
Στους αρχαίους χρόνους ο λόγος του Θεού σαγήνευε τα πλήθη των σοφών και αγραμμάτων και ανακαίνιζε τις ψυχές και έφερε σε συγκίνηση και αληθινή μετάνοια αμαρτωλούς.
Οι άνθρωποι σήμερα σκέπτονται και επιζητούν τα υλικά και πρόσκαιρα αγαθά και δεν ενδιαφέρονται δια τα πνευματικά αγαθά, δια την σωτηρία της ψυχής τους. Σήμερα, ολίγοι ακούνε και ολίγοι μελετούν τον λόγο του Θεού και ολίγοι επιστρέφουν στον Θεό της αγάπης και της ειρήνης. Και ερωτά κανείς γιατί αυτή η πνευματική ακαρπία σήμερα, γιατί αυτή η πνευματική ξηρασία σήμερα , βεβαίως όχι εξ αιτίας αυτού του Θείου λόγου, ο οποίος πάντοτε έχει την αυτή πνευματική δύναμη και ζωή, όχι εξ αιτίας αυτού του Θείου λόγου ο οποίος πάντοτε είναι ισχυρός και ουράνιος .
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η πνευματική ακαρπία, η πνευματική ξηρασία έχουν να κάνουν με τις σκληρές, τις πετρώδεις , και ακανθώδεις και ακαλλιέργητες ψυχές των σημερινών ανθρώπων, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται να σώσουν την ψυχή τους, δεν ενδιαφέρονται να μελετούν και να ακούν τον λόγο του Θεού, αλλά τυρβάζουν περί πολλών πραγμάτων , δηλαδή θέλουν να ζουν και να κινούνται μέσα στην αμαρτία και δεν θέλουν και δεν επιδιώκουν, ο λόγος του Θεού, να ριζώνει στην ψυχή τους και να την γεμίζει με την χάρη, το έλεος και την ευλογία του Αγίου Θεού.
Αγαπητοί μου, ο λόγος του Θεού είναι φως και ζωή στους καλούς εναρέτους και καλούς χριστιανούς, αυτός αναμόρφωσε τις κοινωνίες, αυτός αναγέννησε τις καρδιές των ανθρώπων, αυτός δημιούργησε τους ήρωες και μάρτυρες της πίστης ,της αρετής και τους μάρτυρες της αληθείας. Και εμείς παιδιά του Θεού Πατέρα κατά χάριν ανάγκη έχουμε να ακούμε τον Θείο λόγο και να τον μελετούμε με πίστη, με ευλάβεια με προσοχή προς όφελος της ψυχής μας, «ο ών εκ του Θεού τα ρήματα του Θεού ακούει». Ας εργαστούμε λοιπόν και εμείς δια την σωτηρία της ψυχής μας.
Ο φιλόπονος γεωργός γη άγονο και ακανθώδη, με χαλίκια, γεμάτη από πέτρες μετατρέπει σε γη γόνιμο και καρποφόρα, και εμείς οι χριστιανοί αν θέλουμε να γίνουμε καλή γη, θείο γεώργιο, γόνιμο και καρποφόρο ας εργαστούμε πνευματικά «εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισί».
Η αληθινή μετάνοια και μελέτη του νόμου του Θεού, η προσευχή και η θεία μετάληψη των αχράντων μυστηρίων, η πνευματική εργασία θα μεταβάλει την καρδιά μας και έτσι «καρποφορούντες εν υπομονή» θα τύχουμε της αιωνίου και μακαρίας ζωής «.ήν ετοίμασε ο Κύριος τοις αγαπώσιν Αυτόν». ΑΜΗΝ
Ο.Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ 4.10.2009
«Αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε».
Στην σημερινή ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε, αγαπητοί μου αδελφοί, ο Κύριός μας διδάσκει την πρώτη και μεγάλη εντολή, την εντολή της αγάπης, και σ’ αυτούς ακόμη τους εχθρούς μας.
«Αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε».
Η πρώτη και μεγάλη αυτή εντολή, άγνωστη στον τότε αρχαίο κόσμο, γίνεται πλέον γνωστή με την παρουσία του Θεανθρώπου επί της γής.
Ο Κύριος και Θεός μας δίδαξε και ανέπτυξε στο έπακρο την μεγάλη αυτή εντολή και μάλιστα την εφάρμοσε, όταν επάνω στο Σταυρό της αγάπης και του μαρτυρίου του έλεγε: «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τί ποιούσιν».
Η αγάπη του Θεανθρώπου Ιησού αποτελεί το κορύφωμα των χριστιανικών αρετών και το διακριτικό γνώρισμα των χριστιανών της κάθε εποχής.
Δι΄ αυτήν την προς Κύριο αγάπη, οι άγιοι Απόστολοι, οι Προφήτες και Μάρτυρες, οι Όσιοι, οι Ιεράρχες και οι Δίκαιοι τον δρόμο τελέσαντες και την πίστη τηρήσαντες, κήρυξαν ανά τον κόσμο την μεγάλη αυτή εντολή της αγάπης και στεφανώθηκαν παρά του αθλοθέτη Χριστού με το αμαράντινο της δόξης στεφάνι.
Αυτή την εικόνα είχαν κατά νούν τους οι πρώτοι χριστιανοί και αφού έλαβαν πλούσια την χάρη του Παναγίου και Ζωοποιού Πνεύματος, ανεδείχθηκαν δένδρα καλλίκαρπα που οι ρίζες τους είχαν την αρχή τους στον ουρανό και δια τον λόγο αυτό ζούσαν σε ένα συνεχή και παρατεταμένο αγώνα και πάλη κατά της αμαρτίας.
Με την χάρη, όμως, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, την αγάπη του Θεού Πατρός και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος νίκησαν την αμαρτία επιδεικνύοντες αγάπη και ευεργεσία ακόμη και δια τους εχθρούς τους, παρακαλούντες και ικετεύοντες τον Κύριο όπως ελεήσει αυτούς και ενδυναμώσει.
Έτσι, οι άνθρωποι αυτοί εμπνεόμενοι από το μέγεθος της αγάπης του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού προκαλούσαν την έκπληξη και τον θαυμασμό των εχθρών της χριστιανικής αλήθειας.
Οι άνθρωποι του σκότους, της κακίας, του μίσους και της έχθρας πλέον έβλεπαν νέους ανθρώπους με νέες αρχές, αρχές χριστιανικές, με ζωή καθαρή χριστιανική και ουράνιο.
Αυτή η χριστιανική ζωή η απαλλαγμένη από έχθρες, κακότητες και μίση έγινε αρχή της κατά Χριστόν ζωής και τα αρχαία ήδη παρήλθον, και νέα πνοή, και νέα ζωή κυριαρχεί πλέον στο κόσμο: το Φώς, η Ζωή, η Αλήθεια, ο Χριστός, ο οποίος φωτίζει και αγιάζει πάντα άνθρωπον.
Αγάπη προς πάνα άνθρωπο, ακόμα και στον εχθρό μας, διακηρύττει και ζητά ο εκ του ουρανού καταβάς, ο Θεός της αγάπης του ελέους και των οικτιρμών. Ερωτάται όμως ο άνθρωπος της κάθε εποχής, και ιδιαίτερα αυτής της εποχής, το μήνυμα αυτό το κατανοεί; εργάζεται πράγματι την αγάπη του Ευαγγελίου; εφαρμόζει την αγία εντολή την προς τους εχθρούς αγάπη;
Πόσοι άνθρωποι αγαπούν μόνο τους φίλους τους και τους ευεργετούν, αλλά μισούν και αποστρέφονται τους εχθρούς τους και ζητούν εκδίκηση και ως τα φαρμακερά φίδια ρίπτουν φανερά, κρυφά και ύπουλα το φοβερό δηλητήριο της συκοφαντίας, της εκδίκησης του μίσους.
Οι άνθρωποι αυτοί παρουσιάζονται εξωτερικώς μεν ως χριστιανοί, ο εσωτερικός τους, όμως, κόσμος απέχει πολύ από τον Χριστό και γίνονται δούλοι του Σατανά, του αρχηγού της έχθρας και της δολιοφθοράς.
Η αγάπη προς τους εχθρούς μας, όπως την καταγράφει η σημερινή ευαγγελική περικοπή, είναι η νέα εντολή του Κυρίου και οφείλουμε, εμείς οι χριστιανοί, τελεία υπακοή στα ρήματα του Θεανθρώπου Ιησού.
«Αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε».
Η εντολή αυτή του Κυρίου δεν εξαγγέλλεται ως συμβουλή, αλλ’ ως ηθική επιταγή με πανανθρώπινες διαστάσεις: «γίνεσθε ούν μιμηταί του Θεού και ως τέκνα αγαπητά περιπατείτε εν αγάπη».
Η αγάπη προς τους εχθρούς και η αγαθοποιΐα είναι υψηλή και θεία εντολή, αλλά είναι και αιτία ψυχικής ειρήνης και γαλήνης και κοινωνικής συμπεριφοράς που πρέπει να διακρίνει τον χριστιανό της κάθε εποχής.
Εκείνος ο οποίος μισεί τον αδελφό του δια πραγματικές ή φαινομενικές αιτίες αισθάνεται στην ψυχή του έχθρα, κακότητα, ταραχή, μίσος, πάθος εκδίκησης και ουδέποτε ησυχάζει, ουδέποτε ηρεμεί, αν δεν εκδικηθεί τον εχθρό του και τον εξουθενώσει.
Απεναντίας, εκείνος πού μέσα του έχει αγάπη προς τον εχθρό του και συγχρόνως τον ευεργετεί με οιονδήποτε τρόπο, αυτός γαληνεύει στην ψυχή και αισθάνεται ευφροσύνη πνευματική, αισθάνεται ότι είναι άλλος άνθρωπος.
Ω! πόσο θα ευημερούσαν οι άνθρωποι και οι κοινωνίες, εάν παντού βασίλευε η εντολή του Κυρίου μας που μας λέγει: «να αγαπάτε τους εχθρούς σας και να ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν».
Τότε δεν θα υπήρχαν μεταξύ των ανθρώπων μίση, έριδες, εκδικήσεις, φόνοι, δικαστικές διαμάχες, αδικίες, παρανομίες και όλα εκείνα τα κακά που φθείρουν τον άνθρωπό και τον απομακρύνουν από τον Θεό της αγάπης, του ελέους, των οικτιρμών και της φιλανθρωπίας.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ας έχουμε «αγάπη ανυπόκριτο, αποστυγούντες το πονηρό, κολλώμενοι τω αγαθώ…τω πνεύματι ζέοντες, τω Κυρίω δουλεύοντες.»
Η αγάπη προς τους εχθρούς μας πρέπει να γνωρίζουμε ότι είναι το στεφάνωμα των αρετών και η αληθινή υπακοή στο άγιο θέλημα του Αγίου Θεού.
Ας μην προφασιζόμαστε, λοιπόν, «προφάσεις εν αμαρτίαις», διότι ο Κύριος θα είναι «ανέλεως τω μη ποιήσαντι έλεος».
Καθήκον και υποχρέωσή μας υψίστη είναι, ως παιδιά κατά χάριν του Θεού Πατρός και αδέλφια του Ιησού Χριστού, να προσευχόμαστε στο Θεό της αγάπης και της ειρήνης υπέρ των εχθρών μας και μάλιστα να προσφέρουμε σε αυτούς αγάπη από την αγάπη μας, και τότε και επί γης θα ζούμε εν ειρήνη, και στους ουρανούς θα τύχουμε των αιωνίων και αφθάρτων αγαθών, τα οποία ο Κύριος ετοίμασε στους αγαπώντας Αυτόν. ΑΜΗΝ.
Ο.Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ 27.9.2009
«Επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το δύκτιο».
Ο Κύριος των κυριευόντων και Βασιλεύς των βασιλευόντων κηρύττει σε ολόκληρο την Ιουδαία γή το μήνυμα της αγάπης, της ειρήνης και της καταλλαγής, την Ουράνιο Βασιλεία.
Και ο λαός τρέχει οπίσω Αυτού δια να ακούσει τους θείους Αυτού λόγους και να πιστεύσει σ΄Αυτόν πού οι Προφήτες προφήτευσαν, ότι θα έλθει δια να σώσει τον κόσμο και να το λυτρώσει από την αιώνια καταδίκη.
Ο ένθερμος πόθος του λαού να ακούσει το κήρυγμα και να χορτάσει από τα αιώνια ρήματα ζωής από τον Μέγα Διδάσκαλο, τον Κύριο της Δόξης Χριστό ήταν μεγάλος, αλλά και η πνευματική δίψα του λαού να δροσιστεί από το ύδωρ «το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον» ήταν εξ ίσου μεγάλη.
Ο Κύριος, καθώς μας καταγράφει στην σημερινή ευαγγελική περικοπή ο θεηγόρος Ευαγγελιστής Λουκάς, βρίσκεται στην λίμνη της Γεννησαρέτ. Κόσμος πολύς τον ακολουθεί, τόσος πολύς που συνωστίζετο και αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει για βήμα ένα πλοίο, από το οποίο είχαν αποβιβαστεί οι ψαράδες στην ξηρά για να πλύνουν τα δίκτυα τους, και το πλοίο αυτό ήταν του Σίμωνος Πέτρου.
Από αυτό το πλοίο του Σίμωνος Πέτρου, ακούστηκε η μελίρρυτος του Κυρίου διδασκαλία, τα νέα ρήματα αιωνίου ζωής και σωτηρίας και χαροποίησε τις διψασμένες ψυχές του λαού εκείνου, με το ύδωρ το ζών, το ύδωρ της σωτηρίας, το ύδωρ της χαράς, της αγάπης και της ειρήνης.
«Εμβάς δε εις έν των πλοίων, ό ην του Σίμωνος, ερώτησε αυτόν επαναγαγείν ολίγον, και καθίσας εδίδασκε εκ του πλοίου τους όχλους».
Ο Κύριος με το θείο και σωτήριο κήρυγμά του ανοίγει νέους ορίζοντες σωτηρίας δια τον πλανώμενο άνθρωπο, ο οποίος δια της παρακοής βρέθηκε έξω του Παραδείσου της τρυφής και της αθανάτου ζωής.
Εδώ, στην λίμνη της Γεννησαρέτ μετά τους θείους λόγους του Σωτήρος Χριστού, πραγματοποιείται το πρώτο κάλεσμα δια το μεγάλο έργο της εξάπλωσης του θείου κηρύγματος ανά τον κόσμο, του κηρύγματος της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.
Εδώ, «ο ετάζων καρδίας και νεφρούς και τα βάθη των ανθρώπων γιγνώσκων Κύριος», προσκαλεί στο σωτήριο δια τον άνθρωπο έργο Του, τους πρώτους μαθητές και κήρυκες του ευαγγελίου Του, τον Πέτρο και τον Ανδρέα, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη.
Στο κάλεσμα αυτό του Κυρίου ανταποκρίνονται χωρίς δισταγμό, χωρίς φόβο οι απλοί ψαράδες της Γεννησαρέτ: «και αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ».
Δεν ήταν από αριστοκρατικές οικογένειες και δεν εκαυχώντο δια την σοφία και τα πλούτη τους οι πρώτοι συνεργάτες του αμπελώνος του Κυρίου, «ήσαν γάρ αλιείς».
Ήταν απλοί εργάτες, ταπεινοί και αγαθοί και αυτούς τους απλούς, τους ταπεινούς και αγαθούς συνεργάτες κάλεσε δια να του συμπαρασταθούν και να τον βοηθήσουν στην υψηλή αποστολή του, δια να την φέρει σε πέρας ο Μέγας Ψαράς, ο εκ του ουρανού καταβάς Χριστός Κύριος.
Από την εργατική τάξη, από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα ψαρεύει τους συνεργάτες Του ο Κύριος δια το μεγάλο έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, και τούτο γιατί από τα κατώτερα εργατικά στρώματα, από τα κάτω προς τα άνω υψώνεται η αρετή, ενώ αντίθετα από τα άνω προς τα κάτω κατεβαίνει η πολυτέλεια, η ασωτία , η διαφθορά και τέλος η θεοστηγής αμαρτία.
«Μη φοβού, από του νύν ανθρώπους έση ζωγρών», λέγει στον Πέτρο ο Κύριος.
Οι απλοί, οι ταπεινοί και αγαθοί ψαράδες της Τιβεριάδας γίνονται συνοδοιπόροι του Θεανθρώπου Ιησού, γίνονται οι διαπρύσιοι κήρυκες του Θείου Λόγου, γίνονται οι αψευδείς μάρτυρες του μεγάλου και σωτηριώδους έργου της σωτηρίας των ανθρώπων. Έργο θείο και ο τρόπος της αποστολής θαυμάσιος, που αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας οι άγιοι απόστολοι και μαθητές του Κυρίου.
Οι άγιοι Απόστολοι νίκησαν τα πάντα με την δύναμη του εσταυρωμένου και αναστημένου Ιησού, τον Οποίον εκήρυτταν, πίστευαν και αγαπούσαν χωρίς κανένα φόβο, διότι η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβο.
Θριάμβευσαν και έφεραν πλήθη άπειρα, λαούς και έθνη στην χριστιανική μάνδρα και έγιναν οι αρραγείς θεμέλιοι λίθοι της Μίας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της μόνης πηγής σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.
Αυτή η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους έπρεπε να γίνει κτήμα όλων των ανθρώπων της κάθε εποχής, δια της πίστεως και της αγάπης προς το Θεανδρικό πρόσωπο του θείου Λυτρωτή, ο Οποίος έκλινε ουρανούς και ήλθε στην γη δια να επαναφέρει τον άνθρωπο ξανά στους ουρανούς.
Ο Κύριος προσκάλεσε τους δώδεκα μαθητές του δια το σωτήριο έργο Του, και οι οποίοι άκουσαν την πρόσκλησή Του και «αφέντες τα δίκτυα» με ζήλο και προθυμία ακολούθησαν Αυτόν. Οι ψαράδες της Τιβεριάδος έλαβαν μόνο υποσχέσεις και ελπίδες και όμως αμέσως ακολούθησαν τον Ιησούν.
Αγαπητοί μου αδελφοί, εμείς ακούμε το κάλεσμα του Σωτήρος Χριστού που μας καλεί δια των Αποστόλων Του, και των Αγίων Του να γίνουμε πιστά μέλη της Εκκλησίας Του, προκειμένου να βρούμε την σωτηρία της ψυχής μας, της τόσο ταλαιπωρημένης από τους θορύβους του ματαίου τούτου κόσμου;
Ας μην κλείνουμε τα αυτιά μας στο μέγα κάλεσμα του Σωτήρος Χριστού, αλλά οφείλουμε όσο έχουμε χρόνο να πλησιάσουμε Αυτόν και με δάκρυα μετανοίας και εξομολογήσεως να ζητήσουμε την σωτηρία της ψυχής μας.
Ας μην αναβάλουμε δια το απώτερο μέλλον την σωτηρία της ψυχής μας, διότι κανείς, μα κανείς δεν γνωρίζει το αύριο. ΑΜΗΝ.
Ο. Λ . Κ. Α .Π.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ 20.9.2009
«Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπος, εάν κερδήση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού, ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού.»
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ο Ευαγγελιστής Μάρκος στην σημερινή ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε καταγράφει τους θεοπνεύστους λόγους του Σωτήρος Χριστού.
Ο Χριστός δεν ήλθε στην γη δια να ιδρύση εγκόσμιο βασιλεία, καθώς νόμιζαν οι Ιουδαίοι ,αλλά ήλθε να εγκαθιδρύσει την βασιλεία της αγάπης και της αυταπάρνησης, την βασιλεία της χάριτος του Θεού.
Εγώ λέγει ο Θεάνθρωπος κάθε μαθητής μου οφείλει να αποβάλει τις ανθρώπινες αδυναμίες ,κακίες και επιθυμίες και το σαρκικό φρόνημα του εγώ, να υπομένει στις θλίψεις και τους διωγμούς και να με ακολουθήσει, «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι».
Αυτό είναι καθήκον κάθε ανθρώπου και ο άνθρωπος ως γενναίος στρατιώτης του υψωθέντος, εν τω Σταυρώ Ιησού, οφείλει να αγωνιστή, αφού θυσιάσει ακόμη και την ζωή του, υπέρ της αρετής και του καθήκοντος, εάν θέλει να κερδίση την αιώνιο ζωή και σωτηρία της ψυχής του.
Κανένα πολυτιμότερο αγαθό στον άνθρωπο δεν είναι ωφέλημο από την ψυχή και την αιώνια μακαριότητα. Τα αγαθά του κόσμου τούτου είναι μάταια, κούφια, και παροδικά, χωρίς περιεχόμενο και έρχονται και παρέρχονται και κατά συνέπεια δεν ωφελείται κανένας μα κανένας με το να κερδίσει όλο τον κόσμο τούτο, τον πρόσκαιρο και μάταιο.
Εκείνο που προέχει είναι το πώς θα σώσει ο άνθρωπος την ταλαιπωρημένη ψυχή του, η οποία μακριά από τον Θεό Πατέρα συνθλίβεται και χάνεται στον καιάδα της απώλειας και της καταστροφής.
«Τι γάρ ωφελήσει άνθρωπος, εάν κερδίσει τον κόσμον όλον και ζημιωθεί την ψυχήν αυτού».
Ο κόσμος όλος έρχεται και παρέρχεται και κατά συνέπεια δε ωφελείται κανείς και αν κερδίσει όλον τον κόσμο και ζημιωθεί η ψυχή του ,η οποία είναι αθάνατος, αιώνιος.
Αλλά δια να κατανοήσει ο άνθρωπος την ανυπολόγιστον αξία της ψυχής του πρέπει να λάβει υπ΄ όψη του το τι χρειάστηκε να εξαγοραστεί και να ελευθερωθεί από την φοβερή δουλεία της αμαρτίας.
Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος δια του προπατορικού αμαρτήματος, δια της παρακοής παρέβει την εντολή του Θεού Πατέρα και αχρειώθηκε και υποδουλώθηκε στην αμαρτία. Αντί να κλίνει ο άνθρωπος προς τον Θεό και τα αγαθά, έκλινε προς τον Σατανά και το κακό.
Ο άνθρωπος αμαύρωσε, αλλοίωσε, ξαχρίωσε και σκότωσε το κατ’ εικόνα Θεού και έχασε την δυνατότητα, εν δυνάμει, να φθάσει στο καθομοίωση, να γίνει ένας μικρόθεος.
Ο άνθρωπος έτσι σκοτιζόμενος υπό της αμαρτίας έγινε παίγνιο των παθών του και ανίκανος να σωθεί από την πτώση.
Τι έπραξε όμως από αγάπη προς τον άνθρωπο, ο Θεός της αγάπης, του ελέους και των οικτιρμών, έστειλε στη γη τον Μονογενή Υιό Του «ίνα σωθή δια αυτού ο κόσμος» και ο Οποίος εδίδαξε, εφώτησε, έπαθε, «ο απαθείς την θεότητα» επί του Σταυρού και έχυσε το πανάχραντο και τίμιο αίμα Του πρός εξαγορά και σωτηρία, «τιμής ηγοράσθητε» λέγει ο θείος Παύλος και «έν φθαρτοίς, αργυρίω ή χρυσίω ηλευθερώθητε έκ της ματαίας υμών αναστροφής πατροπαραδότου, αλλά τιμίω αίματι, ως αμνού άμωμου και ασπίλου Χριστού» λέγει ο θεηγόρος Απόστολος Πέτρος.
Ώ! πόση αξία έχει η ψυχή του ανθρώπου. Η σωτηρία της αξίζει της τιμής μιας ζωής και του αίματος ενός θεανθρώπου, διότι ούτε άγγελος, ούτε αρχάγγελος μπορούσε να εξαγοράσει τον άνθρωπο και να το σώσει από την απώλεια.
Το αίμα του Θεανθρώπου Ιησού χύθηκε επάνω στον Σταυρό του Μαρτυρίου Του «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας».
Η απώλεια της ψυχής είναι φοβερά, είναι θάνατος πνευματικός και αιώνιος, είναι στέρηση των αγαθών του ουρανού.
Αν χάσει ο άνθρωπος τα υλικά αγαθά, πλούτη, δόξες, μεγαλεία μπορεί και πάλιν να τα αναποκτήσει, αλλά εάν χάσει όμως την ψυχή του, ουδέποτε μπορεί πια να επανακτήσει την τρωθείσα ψυχή.
Η αξία άρα, της ψυχής του ανθρώπου είναι αληθινά ανυπολόγιστος, το κέρδος αυτής είναι ανεκτίμητο και αιώνιο και δια τούτο οφείλει ο άνθρωπος αγόγγιστα, ως ο πολύαθλος Ιώβ, να υπομένει τις θλίψεις, τις στερήσεις, τις κακουχίες του κόσμου τούτου.
Αδελφοί μου, η ζωή μας εδώ στην γη είναι ζωή αγώνων και παλαίστρα, είναι ζωή προετοιμασίας και προπαρασκευής, ζωή κατά την οποία πρέπει να αγωνιστούμε δια να επιτύχουμε την σωτηρία της.
Η ψυχή μας είναι πολύτιμος μαργαρίτης και ανεκτίμητος θησαυρός και εκείνος που δεν φροντίζει δια την σωτηρία της ψυχής του είναι μωρός και ομοιάζει με άνθρωπο ο οποίος κτίζει μεγαλοπρεπή οικία επί της άμμου, την οποίαν οικία οι βροχές και οι άνεμοι εξαφανίζουν.
Η ψυχή του καθενός από εμάς αξίζει περισσότερο από όλα τα αγαθά του κόσμου τούτου, δια τούτο τώρα πού έχουμε ακόμη καιρό, ας φροντίσουμε να διαφυλάξουμε αυτό το ανεκτίμητο θησαυρό καθαρό, αμόλυντο από το πολυώνυμο εχθρό, τον Σατανά, ο οποίος την φθείρει, την μολύνει, την εξουθενώνει και την καταρρίπτει στο βόρβορο.
Αδελφοί μου αγαπητοί, ας φροντίσουμε λοιπόν την ψυχή μας ως αθανάτου, ας μελετούμε συχνά τον νόμο της χάριτος, τουτέστιν το Άγιον Ευαγγέλιον, και άς ποτίζουμε αυτή με το καθαρό και ουράνιο νάμα, με το Πανάχραντο Σώμα και το Ζωηφόρο Αίμα του Θεανθρώπου Ιησού αξίως, γεγόμενοι έτσι σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστού κερδίζοντες συνάμα και τήν Πατρική αγκαλιά του Θεού Πατρός, παρά του Οποίου πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον. ΑΜΗΝ.
Ο.Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ 13.9.2009
«Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον Μονογενή έδωκεν, ινα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ΄έχει ζωήν αιώνιον».
Η Αγία μας Εκκλησία σοφώς καθιέρωσε την διάταξη των Ευαγγελικών περικοπών κατά τις Κυριακές και τις λοιπές Εορτές και τούτο για να υπάρξει ο συνεχής κύκλος της εκκλησιαστικής και εορταστικής ζωής της Εκκλησίας.
Η σημερινή Κυριακή είναι η Κυριακή προ της ύψωσης του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Δηλαδή, με την σημερινή Ευαγγελική περικοπή η Εκκλησία μας προετοιμάζει να γιορτάσουμε την μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού.
Ο Θεός Πατέρας, ο Οποίος δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, έστειλε στο κόσμο από αγάπη τον Μονογενή Υιό Του και αυτό για να μη χαθεί ο κόσμος, αλλά να ξαναβρεί ο κόσμος και να απολαμβάνει την αιώνιο ζωή και Βασιλεία του Θεού Πατρός, που απώλεσε εκείνο το δειλινό της παρακοής και της αποστασίας.
«Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού το Μογενή έδωκεν».
Ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, γενόμενος υπό γυναικός, γενόμενος υπό νόμο, εκουσίως, με την δική του θέληση έγινε υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού, προκειμένου να σώσει το ανθρώπινο γένος και να επαναφέρει τούτο στην αγκαλιά του Θεού Πατρός.
Και καθώς ο Μωυσης ύψωσε τον χάλκινο όφι στην έρημο, για να σωθούν από τα δηλητηριώδη φίδια οι Εβραίοι κατά την έξοδό τους από την γή της Αιγύπτου, «ούτως υψωθήναι δει τον υιόν του ανθρώπου» για να μη χαθεί από τον αιώνιο θάνατο κανένας από εκείνους που πιστεύουν σ΄Αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνιο.
Υψώθηκε ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο εκ Παρθένου γεννηθείς στον τετραμερή Σταυρό για να σώσει τον πλανώμενο άνθρωπο, ο οποίος ήταν δέσμιος υπό το βάρος της αμαρτίας, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, άλλ΄έχει ζωήν την αιώνιον».
Έπαθε ο απαθείς την θεότητα, τον ατιμωτικό θάνατο επάνω στο Σταυρό του μαρτυρίου Του, για να σώσει τον άνθρωπο από το χάος και την απώλεια.
Άπλωσε τα χέρια Του εκουσίως, ο δρακί την πάσαν έχων κτίσιν, επάνω στο Σταυρό του Μαρτυρίου Του, για να ενώσει «τα το πρίν διεστώτα», να ενώσει γή και ουρανό, άνθρωπο και Θεό.
Λόγχη εκεντήθην ο Υιός της Παρθένου και έχυσε το Πανάγιο αίμα Του επάνω στον τετραμερή Σταυρό Του «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας».
Εθυσιάστηκε υπό ανόμων, ως αμνός άμωμος εναντίον του κείροντος, επάνω στο ζωηφόρο ξύλο, ο Κύριος της Δόξης, για να χαρίσει ζωή και αφθαρσία, ζωή αιώνιο στο γένος των ανθρώπων.
Ώ! αγάπη Πατρική, ώ! αγάπη θεϊκή προς τον άνθρωπο, ο οποίος επλάστηκε, δημιουργήθηκε από το ευλογημένο χέρι του Θεού Πατέρα «κατ΄εικόνα και ομοίωσιν Αυτού του Θεού».
Ο άνθρωπος της κάθε εποχής που πιστεύει στον Υιό και Λόγο του Θεού, έχει την δύναμη να βρεί τον δρόμο, τον οποίο εχάραξε επάνω στο Σταυρό Του το Εσφαγμένο αρνίο της Αποκαλύψεως. Δια της σταυρικής θυσίας του Θεανθρώπου ο άνθρωπος δικαιώνεται και σώζεται από τον αιώνιο θάνατο και την αιώνια καταδίκη.
Ο άνθρωπος που πιστεύει τον Κύριο της Δόξης Χριστό ανυψώνεται, γίνεται ισχυρός και έχει την δύναμη να παλέψει γενναία κατά της δύναμης του Σατανά.
Η νίκη αυτή καθιστά τον άνθρωπο ηθικό και άγιο και άξιο της Βασιλείας των Ουρανών, γιατί ο Θεός αγαπά τα κατά χάριν παιδιά του, αγαπά τους ανθρώπους και θέλει να σωθούν και να ζήσουν την μακαρία και αιώνιο ζωή. «Ο Θεός πάντας θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Αγαπητοί μου αδελφοί, ποίος δύναται να απαριθμήσει τα αγαθά που παρέχει ο Θεός Πατέρας σε εμάς τα πλάσματά του και προπάντων να κατανοήσει το μέγεθος της Σταυρικής θυσίας του Μονογενούς Υιού Του, θυσία σωτηρίας, θυσία αναβαπτισμού και αναγέννησης, θυσία αγάπης και προσφοράς στο ανθρώπινο γένος;
Η αγάπη του Θεού Πατρός προς εμάς τους ανθρώπους είναι άφατος, ακατάληπτος, άπειρος: «Ούτω γάρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον Μονογενή έδωκεν, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ΄ἐχει ζωήν αιώνιον».
Γεννάται, όμως, το μεγάλο ερώτημα: πόσοι από τους ανθρώπους αντιλαμβάνονται την άπειρο Πατρική αγάπη; Δυστυχώς πολλοί από τους ανθρώπους της κάθε εποχής δεν κατανοούν το μέγεθος αυτής της Πατρικής αγάπης και αγαπούν περισσότερο το σκοτάδι παρά το Φώς της Ζωής, που είναι ο Σταυρωθείς και Αναστάς Υιός και Λόγος του Θεού.
Αδελφοί μου, εμείς οφείλουμε να αγαπούμε τον Θεό Πατέρα μας, τον Πλάστη και Δημιουργό μας, εξ όλης ψυχής και εξ όλης διανοίας, εάν θέλουμε να γίνουμε κατά χάριν παιδιά Του και άξιοι μέτοχοι της Ουρανίου Βασιλείας, έχοντες πάντοτε νωπούς στην μνήμη μας τους λόγους του Υψιπέτη αετού της αγάπης, του Ευαγγελιστή Ιωάννη, που μας λέγει: «ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».ΑΜΗΝ.
Ο.Λ.Κ.Α.Π.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ , 6 Σεπτεμβρίου 2009
«Ύστερον δε απέστειλε προς αυτούς τον Υιόν αυτού λέγων, εντραπήσονται τον Υιόν μου».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ο αγαπημένος λαός το Θεού κατά την σημερινή ευαγγελική περικοπή παρομοιάζεται από τον Μέγα Διδάσκαλο, τον Μονογενή Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός με ένα ωραίο και λαμπρό αμπελώνα.
Αυτόν τον ωραίο και εκλεκτό αμπελώνα τον φύτευσε κάποιος πλούσιος και μάλιστα ο πλούσιος αυτός έλαβε ιδιαιτέρα πρόνοια, ιδιαιτέρα μέριμνα ώστε να τον περιφράξει, έκτισε και οικία εντός αυτού, προκειμένου να μένουν οι εργάτες αλλά και οι φύλακες.
Αυτόν τον ωραίο και εκλεκτό αμπελώνα τον ενεπιστεύθηκε σε γεωργούς και έφυγε μακρυά· «και εξέδοτο γεωργοίς και απεδήμησε».
Έφθασε, όμως, η ώρα της καρποφορίας και τότε ο νοικοκύρης έστειλε τους δούλους του να ζητήσουν από τους γεωργούς τους καρπούς του αμπελώνα.
Οι γεωργοί, τότε, αντί να δεχθούν τους δούλους με αγάπη, με σεβασμό και εκτίμηση και να αποδώσουν τους καρπούς, αυτοί άλλον έδειραν, άλλον κτύπησαν και άλλον λιθοβόλησαν.
Και πάλιν απέστειλε ο νοικοκύρης άλλους δούλους περισσότερους από τους πρώτους και οι γεωργοί εκείνοι έπραξαν το ίδιο. Τότε έστειλε προς αυτούς το παιδί του και λέγει ότι, τουλάχιστον θα εντραπούν το παιδί μου: «ύστερον δε απέστειλε προς αυτούς τον υιόν αυτού λέγων, εντραπήσονται τον υιόν μου».
Εκείνοι, όμως, όταν είδαν τον υιόν του όχι μόνο δεν τον εντράπηκαν, όχι μόνο δεν τον σεβάστηκαν αλλά είπαν με φθόνο, με κακία: αυτός είναι ο κληρονόμος ελάτε να τον φονεύσουμε και να του πάρουμε την κληρονομία, και να γίνουμε εμείς κύριοι του αμπελώνα: «οι δε γεωργοί ιδόντες τον υιόν είπον εν εαυτοίς, ούτος εστί ο κληρονόμος δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν και κατάσχωμεν την περιουσίαν αυτού». Ο φθόνος, η κακία γεννά τον φόνο κατά του υιού: «και λαβόντες αυτόν εξέβαλον έξω του αμπελώνος και απέκτειναν».
Και ο Παντογνώστης Κύριος ερωτά τους Αρχιερείς και Γραμματείς του Ιουδαϊκού λαού: «όταν, λοιπόν, έλθη ο Κύριος του αμπελώνος, τι ποιήσει τοις γεωργοίς εκείνοις;», και οι ανόητοι και βραδείς τη καρδία απαντούν: «κακούς κακώς απολέσει αυτούς, και τον αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς, οίτινες αποδώσουσι αυτώ τους καρπούς εν τοις καιροίς αυτών».
Ο Θεός, «ο θέλων πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν», έδωκε στον περιούσιο και εκλεκτό λαό Του τον Μωσαϊκό νόμο, τις θυσίες και όλα εκείνα τα αναγκαία μέσα με τα οποία ο αμπελώνας, ο περιούσιος λαός, καλλιεργούμενος θα επέφερε γλυκείς της αρετής καρπούς.
Αυτόν δε τον περιούσιο λαό τον περιχαράκωσε με διάφορες διατάξεις και εντολές, που τον κατέστησαν απόρθητο στις διάφορες επιδρομές των αλλοεθνών.
Οι γεωργοί, οι καλλιεργητές και οι φύλακες του αμπελώνα αφήκαν, όμως, αυτόν έρημο, ακαλλιέργητο και αντί ο περιούσιος αυτός του Κυρίου αμπελώνας-λαός να επιδείξει καρπούς αξίους της μετανοίας γέμισε από αγκάθια και τριβόλους.
Επέδειξε μόνο ξηρούς τύπους λατρείας και θυσιών, χωρίς ζωή και δύναμη πνευματική· «ο λαός ούτος τοις χείλεσι με τιμά, η δε καρδία αυτού πόρω απέχει» λέγει Κύριος ο Θεός ο Παντοκράτωρ.
Αλλά ο Θεός δεν οργίζεται αλλ΄ ευσπλαχνίζεται, δεν τιμωρεί αλλά τουναντίον, κατά καιρούς, στέλνει τους δούλους Του, τους Προφήτες και τους αγίους άνδρες, οι οποίοι στο όνομά Του προσκαλούν μεγαλοφώνως τον λαό σε αληθή μετάνοια και επιστροφή.
Δυστυχώς, όμως, οι άρχοντες του λαού, σκληροτράχηλοι αμετανόητοι, αχάριστοι, «ον μεν έδειραν, ον δε απέκτειναν, ον δε ελιθοβόλησαν».
Ο Θεός, όμως, αγαθός, εύσπλαχνος και ελεήμων «μη θέλων τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζείν αυτόν», εξαπέστειλε τον Μονογενή Υιό Του, τον Σωτήρα και Λυτρωτή «ὐστερον δε απέστειλε προς αυτούς τον Υιόν αυτού λέγων, εντραπήσονται τον Υιόν μου».
Ω! ποία αγαθότητα, ω! ποία ευσπλαχνία του Πανοικτίρμονα Θεού, ο οποίος έδωκε τον Υιό τον Μονογενή Λύτρον αντί πολλών, υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας.
Οι σκληροτράχηλοι Ιουδαίοι, οι Αρχιερείς, οι Γραμματείς οι Φαρισαίοι και οι Πρεσβύτεροι του λαού σταύρωσαν έξω του αμπελώνα, έξω της παρεμβολής, έξω των Ιεροσολύμων τον Κύριο της δόξης Χριστό.
Η ευσπλαχνία του Θεού προς όλους τους ανθρώπους είναι ανεκδιήγητος, «Κύριος ο Θεός οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός» και συγχωρεί τις αμαρτίες των ανθρώπων.
Η ευσπλαχνία του Θεού Πατρός των Φώτων ας θερμάνει και τις δικές μας καρδιές ζώντες και κινούμενοι ως τέκνα Θεού εν μετανοία και εξομολογήσει μέσα στον αμπελώνα της χάριτός Του, ήτοι στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, την οποίαν ίδρυσε με τον Σταυρικό Του θάνατο, έξω της παρεμβολής, επάνω στον Φρικτό Γολγοθά, ο Μονογενής Υιός Του.
Και έτσι, αδελφοί μου αγαπητοί, καθαροί τη καρδία θα τύχουμε της ευσπλαχνίας του Πανοικτίρμονα Θεού, του Οποίου η χάρις και το άπειρον έλεος μετά πάντων ημών αδελφοί μου. ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Π.